Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Ο καλικάντζαρος που έχασε το δρόμο


Πώς προέκυψαν δύο από τα πιο γνωστά πρωτοχρονιάτικα έθιμα


Η βασιλόπιτα. Η πίτα που ετοιμάζεται με τον ερχομό του νέου έτους, η βασιλόπιτα, περιέχει ένα φλουρί -κατά προτίμηση χρυσό- το οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, θα φέρει καλή τύχη σ’ αυτόν που θα το βρει. Κόβεται τα μεσάνυχτα, με τον ερχομό του νέου χρόνου ή ανήμερα την  Πρωτοχρονιά.Τα πρώτα τέσσερα κομμάτια της βασιλόπιτας προορίζονται για το Χριστό, την Παναγία, τον Άγιο Βασίλειο και τον σπιτονοικούρη, ενώ το τελευταίο για τον φτωχό. Τα υπόλοιπα μοιράζονται στα άλλα μέλη της οικογένειας.
Το κόψιμο της βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Στην αρχαιότητα υπήρχε το έθιμο του εορταστικού άρτου, τον οποίο σε μεγάλες αγροτικές γιορτές οι αρχαίοι 'Ελληνες πρόσφεραν στους θεούς. Τέτοιες γιορτές ήταν τα Θαλύσια και τα Θεσμοφόρια. Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κ(Χ)ρόνου, που λατρεύονταν στην Ελλάδα και στα Σατουρνάλια (Saturnalia) της Ρώμης, έφτιαχναν γλυκά και πίττες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι, ήταν ο τυχερός της παρέας...
Στους χριστιανικούς χρόνους, ο Μέγας Βασίλειος, για να προστατεύσει την περιφέρειά του, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, από επιδρομή εξωτερικών εχθρών, έκανε έρανο και μάζεψε χρυσά νομίσματα και άλλα τιμαλφή, για να τα δώσει στους εχθρούς, ώστε να τους δελεάσει και να μην λεηλατήσουν την περιοχή του.

Ο εχθρός, όμως, τελικά, δεν κατόρθωσε να εισβάλει στην Καισάρεια και τα τιμαλφή έμειναν. Τότε, ο Μέγας Βασίλειος είπε να φτιάξουν μικρές πίτες-ψωμάκια, μέσα στις οποίες έβαζαν και ένα χρυσό νόμισμα, ή κάτι άλλο από όλα τα πολύτιμα μικροαντικείμενα που είχαν μαζευτεί. Οι πίτες αυτές μοιράστηκαν σε όλους και ο καθένας κράταγε ό,τι του τύχαινε. Πάρα πολλά έτυχαν στα μικρά παιδιά...
Η βασιλόπιτα, αγιοβασιλιάτικο έθιμο πολλών αιώνων, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την αγάπη και την καλοσύνη αυτού του Άγιου ανθρώπου.
Το διασκεδαστικό με το έθιμο της βασιλόπιτας πλέον, είναι ότι αποτελεί μια μορφή δοκιμασίας της τύχης. Όλοι αγωνιούν να κερδίσουν το φλουρί, γιατί θεωρείται ότι καλή τύχη θα τους συνοδεύει καθ’όλη τη διάρκεια του έτους. 
Το έθιμο του ροδιού. Από τα αρχαία χρόνια το ρόδι θεωρούνταν σύμβολο γονιμότητας, αναγέννησης και ευημερίας. Το έθιμο ξεκίνησε από την Πελοπόννησο και εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα. Την ώρα που αλλάζει ο χρόνος, στην εξώπορτα του σπιτιού ο σπιτινοικοκύρης ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας, που θεωρείται τυχερό, πετάει και σπάει ένα ρόδι και μπαίνει μέσα στο σπίτι με το δεξί, κάνοντας ποδαρικό. Το ρόδι είναι σύμβολο αφθονίας, γονιμότητας και καλής τύχης. Όσο πιο κόκκινα και τραγανά είναι τα σπόρια του, τόσο πιο χαρούμενες και ευλογημένες θα είναι οι μέρες του καινούριου χρόνου. Παραπέμπει σε ευχές για τον πολλαπλασιασμό των αγαθών του σπιτιού.

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Η μαγεία των Χριστουγέννων


Η Ευχή της Άνναμπελ (Χριστουγεννιάτικο παραμύθι)



Η μπουγάδα του Άϊ Βασίλη - Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι



Η μπουγάδα του Αι – Βασίλη

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Το Χριστουγεννοχώρι στις Αρχάνες

Το Χριστουγεννοχώρι στις Αρχάνες - Αναλυτικό πρόγραμμα εκδηλώσεων
Τα Χριστούγεννα έφτασαν και οι Αρχάνες μεταμορφώνονται σε ένα μαγικό χωριό, από την Κυριακή 15/12 μέχρι και Πέμπτη 3/01. Αναλυτικά το πρόγραμμα:
Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012
16:00: «Στολισμός με παρέα, παιδικά χαμόγελα και ζεστές καρδούλες!» - Στολισμός Χριστουγεννιάτικου Δέντρου στην Πλατεία των Αρχανών, με τη συμμετοχή όλων, μικρών & μεγάλων.
18:00: «Στα τραγούδια δε χωρούνε χάσματα των γενεών» - Παρουσίαση Χριστουγεννιάτικων τραγουδιών και μαντινάδων από τα παιδιά του ΚΔΑΠ Αρχανών σε συνεργασία με κατοίκους των Αρχανών τρίτης ηλικίας. Η βραδιά θα κλείσει με κέρασμα και μουσική, παρέα με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Βαθυπέτρου.
Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Πλάθω και  δημιουργώ δικά μου στολίδια» - Δράση κεραμικής, με θέμα τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, με εμψυχώτρια την Θεονύμφη Γενετζάκη (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012
16:00: «Ζυμώνω για τον Άγιο Βασίλη»  - Δράση ζαχαροπλαστικής, ζύμωμα και κέρασμα, με εμψυχώτριες μέλη του Γυναικείου Συνεταιρισμού Αρχανών (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
17:00: «Το πνεύμα των Χριστουγέννων-Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία». – Νεανική Ταινία Κινουμένων Σχεδίων (ΚΑΠΗ Αρχανών)
Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012
16:00: Έκθεση Παραδοσιακών προϊόντων & παζάρι χειροποίητων κατασκευών από τοπικούς εκθέτες (Κτήριο Μαλλιαράκη)
18:00: Ανοιχτή Χριστουγεννιάτικη γιορτή σε δύο μέρη :
Παρουσίαση Θεατρικού «Η Μάγισσα που μισούσε τα Χριστούγεννα» του Ευγένιου Τριβιζά σε διασκευή των Δέσπως Πόλη, Κατερίνας Χάματσου και Μαριάννας Χριστοδούλου.
Παρουσίαση Χριστουγεννιάτικων Τραγουδιών, από τα παιδιά του ΚΔΑΠ Αρχανών.
Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012
16:00: Έκθεση Παραδοσιακών προϊόντων & παζάρι χειροποίητων κατασκευών από τοπικούς εκθέτες (Κτήριο Μαλλιαράκη –πλατεία Αρχανών)
16:30: «Κόβω, ζωγραφίζω, φτιάχνω ευχές»-Δράση χειροτεχνίας, κατασκευές χριστουγεννιάτικων καρτών, με εμψυχωτές από το Σύλλογο Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίου Αρχανών και το ΚΔΑΠ Αρχανών
Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012
16:00:Έκθεση Παραδοσιακών προϊόντων & παζάρι χειροποίητων κατασκευών από τοπικούς εκθέτες (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
16:30: Παζάρι Αγάπης από το 1ο ,2ο & 3ο Νηπιαγωγείο Αρχανών (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
17:00: «Χορεύω με τη Ρενή Παπαδάκη-Πλουμίδου σε Χριστουγεννιάτικους ρυθμούς» Αλληλοδιδακτική χορευτική δράση από τον Πολιτιστικό-Φυσιολατρικό Σύλλογο «Η Χαραυγή» (Κέντρο Νεότητας)
Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012
10:30 – 14:30 & 16:30 -20:30 Επίσκεψη από την Άμαξα των Χριστουγέννων και το Γιορτινό Αλογάκι, στην πλατεία των Αρχανών – Δυνατότητα φωτογράφησης.
16:00: «Γράμμα στον Αϊ Βασίλη», -Δράση με εμψυχώτρια την παιδαγωγό Παρασκευή Κουτσίκου (Κτήριο Μαλλιαράκη – πλατεία Αρχανών)
16:00: Έκθεση παιδικού βιβλίου (Κτήριο Μαλλιαράκη – πλατεία Αρχανών)
17:30-18:30 : «Δύο πόλεις τραγουδούν μαζί Χριστουγεννιάτικα τραγούδια» - Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα, από τις μικτές Χορωδίες των Δήμων Αρχανών Αστερουσίων και Ηρακλείου. Διευθύνουν: Γιάννης Ιδομενέως & Γιάννης Κιαγιαδάκης (γειτονιές Αρχανών γύρω από την πλατεία)
18:00: ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΓΟΝΕΩΝ με θέμα : «Χριστούγεννα σε κρίση» .Εισηγητής : Γιαγκιόζης Δημήτριος, Κλινικός Νευροψυχολόγος – Θα ακολουθήσει συζήτηση με τους γονείς πάνω στο  θέμα (Κέντρο Νεότητας)
(Παράλληλα θα λειτουργήσει δημιουργική απασχόληση παιδιών 4-8 ετών στο χώρο του ΚΔΑΠ, για όσους γονείς επιθυμούν να παρακολουθήσουν το σεμινάριο)
Η βραδιά θα κλείσει, παρέα με το Μουσικό Συγκρότημα «Ακροβάτες», Καλομοιράκης Γιάννης, σε ένα Μουσικοχορευτικό Πρόγραμμα (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012
10:30-14:30 & 16:30-20:30 : Βόλτα με τραίνο στις Αρχάνες
16:00 : «Τυφλόμυγα-Μουσικές Καρέκλες!» -Δράση αναβίωσης παλιών παιδικών παιχνιδιών, για μικρούς και μεγάλους, με εμψυχωτές Γυμναστές του Δήμου Αρχανών-Αστερουσίων (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
18:00 : «Κάλαντα στις γειτονιές» - από το Εργαστήρι Κρητικής Έκφρασης «Αντωνία Παντελάκη» στις γειτονιές των Αρχανών
Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας» - Μουσικο-κινητική Δράση από τοΕργαστήρι Κρητικής Έκφρασης «Αντωνία Παντελάκη» & ακολουθεί Αλληλοδιδακτική Μουσικοχορευτική Δράση (Κτήριο Μαλλιαράκη – πλατεία Αρχανών)
18:00: «Οι μουσικοί της Βρέμης» & 18:30: «Η βασίλισσα των Μελλισών»
Δύο Παραμύθια των Αδελφών Γκρίμ, σε απόδοση της παιδαγωγού Παρασκευής Κούτσικου (κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Παίζω-Ζωγραφίζω-Δημιουργώ για το 2013» - Παρατεταμένη δράση χειροτεχνίας, με εμψυχώτρια την Ελένη Καλοχριστιαννάκη (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Οι βοηθοί του Άγιου Βασίλη» - Δράση κεραμικής, με θέμα τον Άγιο Βασίλη και τους Βοηθούς του, με εμψυχώτρια την Θεονύμφη Γενετζάκη  (Κέντρο Νεότητας)
16:30: «Ζυμώνω για τον Άγιο Βασίλη, τι κι αν μεγάλωσα!» - Δράση Ζαχαροπλαστικής για ενήλικες, με τον Κο Μαλλιαράκη Γιώργο, από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Βαθυπέτρου, παρέα με τον Εμπορικό Σύλλογο (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
18:00: «Πολικό Εξπρές» - Νεανική Περιπέτεια Κινουμένων Σχεδίων (ΚΑΠΗ Αρχανών)
Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Κατασκευάζω κούκλες με ανακυκλώσιμα υλικά» - Δράση χειροτεχνίας, με εμψυχώτριες από το ΚΔΑΠ Πεζών (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
18:00: «Πλάθω με τα χέρια μου Φύλακες-Αγγέλους» - Δράση Κεραμικής, με εμψυχώτριες από το ΚΔΑΠ Πεζών (κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
17:00: «Μαθαίνω Σκάκι» - Αλληλοδιδακτική Δράση εκμάθησης Σκακιού, από το Σκακιστικό Όμιλο Ηρακλείου
17:00: «Επίσκεψη της Μίνι & της Στρουμφίτας στις Αρχάνες» Δυνατότητα φωτογράφισης με Μεγαλοφιγούρες (πλατεία Αρχανών)
Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012
16:00-18:00 : «Χαρτί μου πολύτιμο» , για παιδιά 6-10 ετών
18:00 – 20:00 : «Αλουμίνιο, φίλε μου» , για παιδιά 8 ετών και άνω
Δράσεις Χειροτεχνίας και κατασκευών από χαρτί και αλουμίνιο, με εμψυχώτρια την Αθηνά Χατζηφιντάνη-Σαμαριτάκη (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
20:00 : Κέρασμα για τους μεγάλους, από τον Πολιτστικό-Φυσιολατρικό Σύλλογο «Η Χαραυγή» (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών) Η βραδιά θα κλείσε με λαϊκό πρόγραμμα από τους Γιώργο και Μαρία Κωστάκη και το συγκρότημά τους.
Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012
10:30-14:30 & 16:30-20:30 : Βόλτα με τραίνο στις Αρχάνες
17:00: «Επίσκεψη της Μίνι & της Στρουμφίτας στις Αρχάνες» Δυνατότητα φωτογράφισης με Μεγαλοφιγούρες. (πλατεία Αρχανών)
21:00: Μουσικοχορευτική βραδιά με το σχήμα από το Νυχτερινό Κέντρο «Αναδρομές», με λαϊκό και σύγχρονο πρόγραμμα (κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
«Κέρασμα..όπως παλιά» - Τηγανίτες, από τον Πολιτιστικό-Φυσιολατρικό Σύλλογο «Η Χαραυγή» (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ ΕΟΡΤΩΝ
17:00: «Επίσκεψη της Μίνι & της Στρουμφίτας στις Αρχάνες» Δυνατότητα φωτογράφησης με Μεγαλοφιγούρες. (πλατεία Αρχανών)
17:00: «Μαθαίνω Σκάκι» - Αλληλοδιδακτική Δράση εκμάθησης Σκακιού, από το Σκακιστικό Όμιλο Ηρακλείου (ΚΑΠΗ Αρχανών)
18:30: Παραδοσιακά Ξύλινα Παιχνίδια από όλο τον κόσμο, “Calumba” – Παρουσίαση και δράση από ειδικευμένο προσωπικό (Κέντρο Νεότητας)
20:30: Μουσική Παράσταση με το Ross Daly και τους συνεργάτες του Κέλυ Θωμά, Γιώργο Μανωλάκη. (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)

ΣΤΟ ΚΤΗΡΙΟ ΜΑΛΛΙΑΡΑΚΗ ΘΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΜΟΝΙΜΑ:
Συλλογή τροφίμων μακράς διαρκείας για τη στήριξη του Κοινωνικού Παντοπωλείου του Δήμου Αρχανών-Αστερουσίων.
Πάγκος διάθεσης προϊόντων από το «Χωράφι του δήμου» (Τράπεζα σπόρων του δήμου Αρχανών-Αστερουσίων) για τη στήριξη του)

Τα ήθη και τα έθιμα των εορτών στην Κρήτη


 Τα ήθη και τα έθιμα των εορτών στην Κρήτη
Στην Κρήτη τα ήθη και τα έθιμα των εορτών των Χριστουγέννων παραμένουν ζωντανά μέσα στο χρόνο, όσο και αν η ζωή έχει αλλάξει. Οι Κρητικοί μένουν πιστοί στις πλούσιες παραδόσεις τους που δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στις γιορτές τους.
“Το Χριστόψωμο”
Το προζύμι και το Χριστόψωμο έχουν ξεχωριστή θέση σε κάθε σπίτι. Το Χριστόψωμο το φτιάχνουν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή. Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, ανταλλάσσοντας ευχές.
“Το σφάξιμο του χοίρου” 
Την προπαραμονή των Χριστουγέννων, την Ημέρα των Αγίων Δέκα, στα χωριά της ανατολικής Κρήτης έσφαζαν τους χοίρους που είχαν ανατραφεί κυρίως με βελανίδια, χουμά και αποφάγια. Από το σφάξιμο του χοίρου δεν πετούσαν τίποτα. Από το κρέας παρασκεύαζαν λουκάνικα, ομαθιές, τσιλαδιά με τη χοιροκεφαλή, απάκια από λουρίδες ψαχνού κρέατος καπνισμένες στο τζάκι, σύγκλινα (κομμάτια κρέας μισοβρασμένα και αποθηκευμένα σε κιούπι) μαζί με τη γλίνα (το λίπος) που τα βοηθούσε να διατηρηθούν πολλούς μήνες τα μαγείρευαν με πατάτες. Το έθιμο αυτό παραμένει ζωντανό μέχρι και σήμερα.
“Η καλή χέρα”
Η «καλή χέρα» παραμένει ένα από τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς όπου συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά. Το έθιμο του ποδαρικού καλά κρατεί, αφού είναι πολλοί αυτοί που ανήμερα της Πρωτοχρονιάς βάζουν στο σπίτι τους μια πέτρα για να είναι γερό, ενώ άλλοι πάλι μεταφέρουν νερό για να τρέχουν τα καλά όλο τον χρόνο σαν το νερό.
Τέλος στο Ηράκλειο υπάρχει και το έθιμο της μπουγάτσας, όπου οι κάτοικοι καταναλώνουν ανήμερα της Πρωτοχρονιάς μεγάλες ποσότητες μπουγάτσας θέλοντας να είναι γλυκιά η πρώτη τους γεύση.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Ιησούς Χριστός. Παιδικό. Γέννηση, θαύματα, παραβολές.




Ο Άγιος Βασίλης και τα δώρα του




Χριστουγεννιάτικη Ιστορία










Το πνεύμα των Χριστουγέννων


Το πνεύμα των Χριστουγέννων σε  ηχητικό παραμύθι


Το Πνεύμα των Χριστουγέννων



Το Φάντασμα του Μάρλεϋ επισκέπτεται τον Σκρουτζ

     Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω απ᾿ το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρουτζ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δε ζέσταιναν αρκετά. Όχι πως έλειπαν του Σκρουτζ τα χρήματα για ν᾿ αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρουτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπομπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, που έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο.
«Θείε, Καλά Χριστούγεννα!»
«Κακά, ψυχρά κι ανάποδα…» γκρίνιαξε ὁ Σκρουτζ.
«Θείε μου, μη μουτρώνεις. Ήρθα να σε καλέσω για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, αύριο το μεσημέρι» είπε ο Φρεντ, ο ανιψιός του.
     Αλλά ο Σκρουτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. Ποτέ του δε γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Όμως, η απάντηση του Σκρουτζ δε χάλασε το κέφι του Φρεντ. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπομπ Κράτσιτ. Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε ν᾿ ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυο κύριοι.
«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρουτζ και Μάρλεϋ;» ρώτησε ο πρώτος.
«Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϋ, πέθανε σαν απόψε πριν από εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρουτζ.
«Τα συλλυπητήριά μου», είπε ο δεύτερος.
«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, που ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι που υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;»
     Ο γερο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μια πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δύο επισκέπτες. Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο.
     Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Ο Σκρουτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Με τη σειρά του, ο Μπομπ Κράτσιτ, ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει.
«Υποθέτω ότι δε θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε ο Σκρουτζ με δυσφορία. Ο Μπομπ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Α-α-αν δε σας πειράζει, κυ-κυ-κύριε Σκρουτζ», τραύλισε ο καημένος ο Μπομπ.
«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε ο Σκρουτζ.
«Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις από νωρίς δουλειά!»
     Ο Μπομπ τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρει κάτι παιδάκια που διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο. Αδιαφορώντας για τη γιορταστική ατμόσφαιρα, ο Σκρουτζ έφαγε, όπως συνήθως, μόνος του σε μία γειτονική ταβέρνα. Έπειτα, τράβηξε για το σπίτι του. Το κτίριο όπου έμενε βρισκόταν στην άκρη ενός στενού και σκοτεινού δρόμου. Το παλιό και φθαρμένο διαμέρισμα ανήκε κάποτε στο συνέταιρό του, τον Τζακ Μάρλεϋ.
     Ο Σκρουτζ έβγαλε το κλειδί για να ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Το ρόπτρο, αν και μεγάλο, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα όμορφο πάνω του. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά έμοιαζε λουσμένο σ᾿ ένα απόκοσμο φως. Ο Σκρουτζ, παραξενεμένος, έσκυψε να το εξετάσει καλύτερα… και τότε αντίκρισε το πρόσωπο του Μάρλεϋ να τον κοιτάζει!… Την επόμενη στιγμή όμως ξανάγινε ένα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ο Σκρουτζ μπήκε στο διαμέρισμα, μαντάλωσε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στη σάλα. Στη συνέχεια, έβγαλε το παλτό του, φόρεσε τη ρόμπα και τις παντόφλες του και κάθισε μπροστά στο τζάκι. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, απ᾿ τη μεριά της αποθήκης άκουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Μέσα από την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά και, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία.
     Ήταν το φάντασμα του παλιού συνεταίρου του Σκρουτζ, που είχε πεθάνει ακριβώς πριν εφτά χρόνια. Ο γέρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.
«Ποιος είσαι;» ψιθύρισε.
«Ποιος ήμουν!» τον διόρθωσε το φάντασμα. «Ήμουν ο Τζὰκ Μάρλεϋ, ο συνέταιρός σου. Δε με θυμάσαι;»
     Το φάντασμα του Μάρλεϋ κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Ο Σκρουτζ, που κόντευε να λιποθυμήσει από το φόβο του, τον ρώτησε ικετευτικά:
«Τζάκ, πες μου, τι θέλεις;»
«Βλέπεις αυτές τις βαριές αλυσίδες;» τον ρώτησε το φάντασμα. «Κάθε τους κρίκος αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα ή πράξη της ζωής μου. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια που σέρνω; Είναι τα πλούτη που συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δεις και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρουτζ!»
     Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε:
«Ήρθα να σε προειδοποιήσω. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα. Θα έρθουν τρία πνεύματα. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. Αυτή είναι η τελευταία σου ελπίδα!…»
     Και με τα λόγια αυτά, ο Μάρλεϋ ξανάφυγε για να συναντήσει τα άλλα φαντάσματα που περιπλανιούνται ασταμάτητα στις ομίχλες της αιωνιότητας. Εξαντλημένος ο Σκρουτζ, έπεσε χωρίς να γδυθεί στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε αμέσως.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος

     Ήταν ακόμη σκοτάδι όταν ξύπνησε ο Σκρουτζ. Νόμισε πως το ρολόι είχε σταματήσει. Θυμόταν ότι έπεσε να κοιμηθεί μετά τις δύο. Το ρολόι όμως εκείνη τη στιγμή χτύπησε μία ακριβώς. Αμέσως, μια λάμψη δυνατή πλημμύρισε την κρεβατοκάμαρα. Ο Σκρουτζ ανασηκώθηκε και τότε είδε εμπρός του μια περίεργη οπτασία. Είχε το ανάστημα, το πρόσωπο, τα χέρια ενός μικρού παιδιού, αλλά τα μαλλιά της ήταν ολόλευκα όπως ενός γέρου. Από τον ώμο, πάνω από το λευκό, κοντό χιτώνιό της, κρεμόταν μια γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο του χειμώνα.
«Μη φοβάσαι», του είπε η οπτασία. «Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος κι ήρθα να σε βοηθήσω»
     Πήρε τον Σκρουτζ από το χέρι και τον οδήγησε στο παράθυρο. Ο Σκρουτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, αλλά το Πνεύμα τον ενθάρρυνε να πετάξει μαζί του πάνω από στέγες και αγρούς. Κι ήταν πρωί όταν έφτασαν σε μία μικρή επαρχιακή πόλη.
«Μα, εδώ πέρασα τα παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ο Σκρουτζ.
«Ε, τότε, θα ξέρεις το δρόμο για να έρθεις εδώ», τον ρώτησε το Πνεύμα.
«Θα μπορούσα να τον βρω με κλειστά μάτια», απάντησε εκείνος.
«Κι όμως, δείχνεις σαν να έχεις ξεχάσει ακόμη και την ύπαρξη αυτού του τόπου», παρατήρησε αυστηρά το Πνεύμα.
     Ύστερα βάδισαν πάνω στο χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Αγρότες με τις άμαξες, παιδιά με τ᾿ αλογάκια τους. Ο Σκρουτζ τούς θυμόταν όλους. Τους φώναξε μάλιστα με τα ονόματά τους. Αλλά κανείς δεν του απάντησε!
«Είναι μόνο σκιές», του εξήγησε το Πνεύμα, «δε μας βλέπουν».
     Ο Σκρουτζ χάρηκε πολύ που ξαναείδε φίλους και γνωστούς από τα νιάτα του. Και τούτη η χαρά ήταν πρωτόγνωρη γι᾿ αυτόν. Σε λίγο, οι δύο ταξιδιώτες έφτασαν σ᾿ ένα χωριουδάκι. Μπήκαν σ᾿ ένα μεγάλο κτίριο χτισμένο από τούβλα. Στο εσωτερικό αντίκρισαν σειρές θρανία. Ήταν σχολείο με οικότροφους μαθητές, που σπούδαζαν μακριά από τις οικογένειές τους.
Σε κάποιο θρανίο, ένα μοναχικό αγόρι, καθόταν και διάβαζε. Κατά τρόπο μαγικό, οι ήρωες του βιβλίου πρόβαλαν εμπρός στο παιδί – ο Αλί Μπαμπά με την ανατολίτικη φορεσιά του, ο Ροβινσόνας Κρούσος με τον παπαγάλο του στον ώμο, κι άλλοι πολλοί. Στην αρχή ο Σκρουτζ ενθουσιάστηκε βλέποντας τους ήρωες των σχολικών του χρόνων. Έπειτα, όμως, κατάλαβε. Το μοναχικό αγόρι, με μοναδική παρέα τα βιβλία, ήταν ο εαυτός του. Κάθισε, τότε, σ᾿ ένα θρανίο και έκλαψε πικρά.
«Πάμε τώρα να επισκεφτούμε κάποια άλλα Χριστούγεννα», του πρότεινε το Πνεύμα.
     Καθώς μιλούσε, παρατήρησε ότι το παιδί μεγάλωσε κι έγινε έφηβος. Ο Σκρουτζ ήξερε πολύ καλά ότι ο νεαρός ήταν και πάλι μόνος. Οι άλλοι μαθητές θα επέστρεφαν στα σπίτια τους για τις διακοπές.
Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε. Μια νέα και όμορφη κοπέλα μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα. Ήρθε και τον αγκάλιασε.
«Αδελφούλη μου», του φώναξε. «Ήρθα να σε πάρω. Θα πάμε στο σπίτι να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα!»
«Στο σπίτι, Φάννυ;» ρώτησε ο νεαρός Σκρουτζ.
«Ναι, ζήτησα από τον πατέρα να σ᾿ αφήσει να ξαναγυρίσεις για πάντα στο σπίτι. Συμφώνησε. Δε θα ξαναπάς εσωτερικός στο σχολείο!», του ξαναφώναξε χαρούμενη.
«Είναι πολύ γλυκιά, με χρυσή καρδιά», σχολίασε το Πνεύμα.
«Νομίζω ότι πέθανε νέα, πάνω στη γέννα!»
«Ναι…» απάντησε σκεφτικός ο Σκρουτζ.
     Βγήκαν απ’ το σχολείο και περιπλανήθηκαν στους δρόμους. Οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν στολισμένες για τα Χριστούγεννα. Το Πνεύμα στάθηκε εμπρός σ᾿ ένα κατάστημα και ρώτησε τον Σκρουτζ αν το αναγνωρίζει. Εκείνος κούνησε το κεφάλι και είπε:
«Εδώ πρωτοεργάστηκα σαν μαθητευόμενος!»
     Μπήκαν μέσα. Ένας ηλικιωμένος κύριος καθόταν στο γραφείο.
«Αυτός είναι ο γερό-Φέζιβικ!… Ο γερό-Φέζιβικ αναστημένος!…» φώναξε μ᾿ ενθουσιασμό ο Σκρούτζ.
     Εκείνη τη στιγμή, ο νεαρός Σκρουτζ κι ένας άλλος μαθητευόμενος μπήκαν στην αίθουσα.
«Μαζέψτε τα όλα», τους είπε ο Φέζιβικ, «να ετοιμάσουμε τη γιορτή!»
     Οι μαθητευόμενοι δεν περίμεναν να το ακούσουν δεύτερη φορά. Πριν προλάβει ο γέρο-Σκρουτζ ν᾿ ανοιγοκλείσει τα μάτια, όλα ήταν καθαρά και τακτοποιημένα. Σε λίγο, άρχισαν να καταφθάνουν οι καλεσμένοι. Η γιορτή είχε οργανωθεί για όλους τους υπαλλήλους του Φέζιβικ. Σύντομα, η μουσική και ο χορός άναψαν το κέφι για τα καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα και ποτά. Ήταν πια αργά όταν ξεκίνησαν να φύγουν οι καλεσμένοι. Ο κύριος και η κυρία Φέζιβικ έσφιξαν τα χέρια όλων και τους ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Έσφιξαν τα χέρια ακόμη και των νεαρών μαθητευόμενων πριν πάνε στα κρεβάτια τους, στο πίσω μέρος του καταστήματος. Ο γέρο-Σκρουτζ έδειχνε ξετρελαμένος καθώς παρακολουθούσε αυτή τη σκηνή. Ένιωθε τόση χαρά, λες και συμμετείχε πραγματικά στη γιορτή. Αργά τη νύχτα, το Πνεύμα και ο Σκρουτζ άκουσαν τους μαθητευομένους να κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους. Παίνευαν το γέρο-Φέζιβικ και τον ευγνωμονούσαν για την ωραία γιορτή που τους ετοίμασε.
«Και του κόστισε μόνο τρείς ή τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως ειρωνικά το Πνεύμα. «Έξοδο που άξιζε τον κόπο!»
«Το κόστος δεν ήταν υλικό», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρουτζ. «Ανεξάρτητα από τα χρήματα, η γιορτή θα είχε επιτυχία γιατί ο Φέζιβικ ήταν καλός άνθρωπος και πάντοτε ακτινοβολούσε χαρά κι ευτυχία!»
     Ξαφνικά ο Σκρούτζ έκοψε την κουβέντα του απότομα.
«Τι σου συμβαίνει;» τον ρώτησε το Πνεύμα. «Μήπως έγινε κάτι που σε τάραξε;»
«Όχι, τίποτα… Να, θα ήθελα μόνο να έχω πει κάτι στον κλητήρα μου».
     Η σκηνή άλλαξε. Τώρα ο Σκρουτζ ήταν πλέον ώριμος άντρας. Και μία νέα γυναίκα εγκατέλειπε το σπίτι. Έκλαιγε, η καημένη, βουβά. Γύρισε και του είπε:
«Κάποτε ήμασταν φτωχοί αλλά ευτυχισμένοι. Τώρα σε κυβερνά το πάθος σου για το χρήμα!»
«Μα, μεταξύ μας, τίποτα δεν άλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρουτζ.
«Εγώ έμεινα η ίδια. Εσύ όμως άλλαξες. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία στη σταδιοδρομία που διάλεξες»
     Και με τα λόγια αυτά, η γυναίκα βγήκε στο δρόμο, ενώ ο άντρας δε δοκίμασε να τη σταματήσει.
«Πνεύμα», φώναξε ο γέρο-Σκρουτζ, «σταμάτα να με βασανίζεις, θέλω να γυρίσω στο σπίτι. Δεν αντέχω τις δυσάρεστες αναμνήσεις»
     Μέσα σε μία στιγμή πέρασαν χρόνια. Και ξαναείδαν τη νέα γυναίκα. Τώρα γελούσε τρισευτυχισμένη με την κόρη της. Σε διαφορετικές περιστάσεις θα μπορούσε να είναι το παιδί του Σκρουτζ. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο. Η μικρή έτρεξε και τον φίλησε. Αγκαλιάστηκαν και οι τρεις εμπρός στο αναμμένο τζάκι.
«Δεν το αντέχω», μούγκρισε ο γέρο-Σκρουτζ με φωνή σπασμένη.
     Και στράφηκε απελπισμένος προς το Πνεύμα, που μέσα στην ολοφώτεινη ανταύγεια του έμοιαζε σαν να ειρωνεύεται την απελπισία του. Σε λίγο, η οπτασία του Πνεύματος άρχισε ν᾿ απομακρύνεται και να σβήνει σιγά-σιγά, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Ο Σκρουτζ ένιωσε αφάνταστα κουρασμένος. Τα μάτια του βάρυναν. Ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά του. Μόλις που πρόλαβε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, κι έπεσε σε ύπνο βαθύ.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος

     Όταν ξύπνησε ο Σκρουτζ, το ρολόι χτυπούσε μία. Μια κατακόκκινη λάμψη ερχόταν απ᾿ τη σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ρόμπα του και πήγε να δει τι συμβαίνει. Η σάλα είχε μεταμορφωθεί! Από το πάτωμα έως το ταβάνι ήταν στολισμένη με κισσό, λιόπρινο και ιξό. Στο τζάκι έκαιγε μία ζωηρή φωτιά και στη γωνιά υψωνόταν ένας τεράστιος σωρός από φαγητά – γαλοπούλες, χήνες, πατάτες, μήλα, καρύδια – ενώ πάνω στην κορυφή καθόταν χαμογελαστός ένας γίγαντας, μ᾿ ένα δαυλό αναμμένο στο αριστερό του χέρι.
«Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος», του φώναξε φιλικά. «Έλα!»
     Ο Σκρουτζ παρατήρησε το Πνεύμα. Ήταν ντυμένο μ᾿ ένα μακρύ λευκό χιτώνα. Και πάνω στα μακριά μαύρα του μαλλιά φορούσε ένα στεφάνι από λιόπρινο.
«Πήγαινε με όπου θέλεις», ξερόβηξε ο Σκρουτζ. «Πήρα ήδη μερικά μαθήματα από το συνάδελφό σου. Είμαι έτοιμος να παρακολουθήσω και τα δικά σου»
«Τότε, πιάσου από τον ποδόγυρο του χιτώνα μου», απάντησε ο γίγαντας.
     Η χαρούμενη σάλα, η διακόσμηση, τα φαγητά, όλα εξαφανίστηκαν. Βρέθηκαν έξω από το σπίτι του υπαλλήλου του, του Μπὸμπ Κράτσιτ, και κοίταξαν από το παράθυρο. Η κυρία Κράτσιτ και οι τρεις κόρες της φορούσαν παλιά φθαρμένα φορέματα, στολισμένα όμως με κορδέλες για τη γιορτή, και κάθονταν στο τραπέζι. Ξαφνικά, μπήκαν τρέχοντας δύο αγοράκια.
«Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τι καλά! Μοσχοβολά από το δρόμο!» φώναξαν με ενθουσιασμό.
     Πίσω τους ερχόταν ο πατέρας τους. Στους ώμους του κουβαλούσε το μικρότερο γιό του, τον Τιμ. Τον απόθεσε προσεκτικά, στο πάτωμα. Το παιδί ήταν άρρωστο και βάδιζε με δεκανίκι. Κάθισαν όλοι στο γιορτινό τραπέζι. Η μικρή γαλοπούλα μοιράστηκε πολύ προσεκτικά ώστε να φτάσει για όλους. Πάντως η σκηνή ήταν χαρούμενη. Οι δύο γονείς πρόσεχαν ιδιαίτερα τον ανάπηρο Τιμ. Ένα χαμόγελο φώτισε το χλωμό του προσωπάκι.
«Πνεύμα», ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον ο Σκρουτζ, «ο μικρός Τιμ θα… ζήσει ακόμη για πολύ;»
«Χμμ… τον περιβάλλουν σκιές. Αν το μέλλον δεν τις μεταβάλει, το παιδάκι θα πεθάνει! Αλλά εσένα τι σε νοιάζει; Ένα στόμα λιγότερο σε τούτο τον πυκνοκατοικημένο κόσμο. Έτσι δεν είναι;»
     Ο Σκρουτζ τότε θυμήθηκε ότι ο ίδιος είχε επαναλάβει πολλές φορές αυτή τη φράση. Και κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένος. Ξαφνικά, χωρίς το Πνεύμα να προσθέσει άλλη λέξη, βρέθηκαν στο σπίτι του ανιψιού του.
«Ο θείος Σκρούτζ μας θεωρεί τρελούς που γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Κι έτσι, αρνήθηκε να φάει μαζί μας σήμερα», είπε ο Φρέντ.
«Τι απαίσιος άνθρωπος», αναστέναξε η γυναίκα του υποτιμητικά και οι καλεσμένοι κούνησαν τα κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της.
     Αλλά ο Φρὲντ πρόσθεσε πικραμένος:
«Εγώ, πάντως, λυπάμαι ειλικρινά που ο θείος έχασε μια ευκαιρία να χαρεί. Και τώρα, παρ᾿ όλο που δε βρίσκεται μαζί μας, θα ήθελα να του εκφράσω τις καλύτερες ευχές μου». Κι αμέσως σήκωσε το ποτήρι και ήπιε στην υγειά του θείου του.
     Γρήγορα όμως η χαρούμενη ομήγυρη ξέχασε τον Σκρουτζ. Έπαιξαν μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν με παντομίμα. Ο Σκρουτζ, που τόσο του άρεσε αυτό το παιχνίδι, συμμετείχε όλο χαρά, ξεχνώντας ότι κανείς δεν μπορούσε να τον δει ή να τον ακούσει. Το Πνεύμα τον παρακολουθούσε κι έμοιαζε να το γλεντάει μαζί του. Αλλά σύντομα ήρθε η ώρα να φύγουν.
«Έχουμε να επισκεφτούμε πολλά μέρη ακόμη ώσπου να περάσει η νύχτα», είπε το Πνεύμα.
     Και οδήγησε τον Σκρουτζ έξω από το σπίτι. Περπάτησαν μέσα στο κρύο και στο χιονόνερο, σε βρωμερά στενά και δρομάκια περίεργα, κι ακόμη κάτω από τις σκοτεινές γέφυρες της πόλης. Εκεί ο Σκρουτζ είδε δυστυχισμένους ανθρώπους που, κολλημένοι σφιχτά ο ένας πάνω στον άλλον, προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Ανάμεσα τους τριγύριζαν παιδάκια που ζητιάνευαν φαγητό απ’ τους περαστικούς. Κάπου μακριά, ένα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα. Ο Σκρουτζ, τρομοκρατημένος απ’ την τόση αθλιότητα, αναζήτησε το γιγάντιο Πνεύμα. Αλλά εκείνο είχε εξαφανιστεί.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος

     Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς τον Σκρουτζ. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτό φορούσε μια τεράστια μαύρη κάπα και μια κουκούλα που του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. Ο Σκρουτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο του.
«Θα πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τι μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως ν᾿ αλλάξω… Είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω»
     Παρά τα γενναία του λόγια, ο Σκρουτζ φοβόταν τόσο πολύ αυτό το φάντασμα, ώστε τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το Πνεύμα παρέμεινε ακίνητο περιμένοντας υπομονετικά τον Σκρουτζ μέχρι να συνέλθει. Έπειτα κινήθηκε αθόρυβα. Και ο Σκρουτζ το ακολούθησε σαν να τον τύλιξε η κάπα του Πνεύματος, που τον παρέσυρε στο άγνωστο.
Κοσμοσυρροή και οχλαγωγία στο χρηματιστήριο. Το Πνεύμα με τον Σκρουτζ στάθηκαν ανάμεσα στους χρηματιστές και στους εμπόρους.
«Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος από το πλήθος.
«Χθες βράδυ, νομίζω», απάντησε ένας άλλος.
«Δεν πιστεύω να πάτησε κανείς στην κηδεία του», σχολίασε ένας τρίτος.
«Επιτέλους ξεκουμπίστηκε… Τον σιχαίνονταν όλοι!»
     Ο Σκρουτζ ένιωσε οίκτο γι’ αυτόν που μιλούσαν. Αναρωτήθηκε για ποιό λόγο να τον έφερε το Πνεύμα σε τούτο το μέρος. Έπειτα αναγνώρισε κάποιον άλλο χρηματιστή στη συνηθισμένη του θέση. Μάταια όμως έψαξε να βρει και τον εαυτό του.
«Ίσως», σκέφτηκε, «ο Σκρουτζ του μέλλοντος θα παρατήσει τις συναλλαγές και θα στραφεί προς άλλες δραστηριότητες…»
     Γύρισε να ρωτήσει το Πνεύμα. Αλλά εκείνο εξακολουθούσε να σωπαίνει. Σήκωσε μόνο το χέρι και έδειξε με το μακρύ του δάχτυλο προς κάποια κατεύθυνση. Ήταν καιρός να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο γέροντας ένιωσε να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του κρύος ιδρώτας. Έφτασαν σε μία κακόφημη γειτονιά της πόλης. Ο Σκρουτζ δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. Στην άκρη ενός βρώμικου στενού βρισκόταν ένα άθλιο καταγώγιο-φωλιά λωποδυτών! Μέσα, τρεις κλέφτες, ένας άντρας και δύο γυναίκες, με τρύπια ρούχα, μοιράζονταν τη λεία τους. Οι πεταμένες πάνω στο πάτωμα κουρτίνες ήταν ίδιες μ᾿ εκείνες της κρεβατοκάμαρας του Σκρουτζ.
«Καλά που κάναμε και τα αρπάξαμε», κακάρισε η μία γυναίκα.
«Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για τα πράγματά του», πρόσθεσε ο άντρας.
«Α το γέρο-τσιγκούνη», έβρισε η άλλη γυναίκα. «Αν ήταν εντάξει άνθρωπος, κάποιος θα βρισκόταν δίπλα του την ώρα που πέθαινε»
     Ο Σκρουτζ παρακολούθησε αηδιασμένος την κουβέντα τους.
«Πνεύμα», φώναξε. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ, από αυτό το απαίσιο μέρος»
     Αλλά η σιωπή του Πνεύματος του πάγωσε το αίμα.
«Πνεύμα», κλαψούρισε ο Σκρουτζ, «βοήθησέ με να ξεχάσω τούτη τη θλιβερή σκηνή. Πήγαινέ με σ᾿ ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούν ευγενικά για τους νεκρούς…»
     Το Πνεύμα τον οδήγησε τότε σε δρόμους γνωστούς, πίσω, στο σπίτι του Μπόμπ Κράτσιτ. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήταν όλοι μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά. Όμως το φτωχικό δωμάτιο ήταν παράξενα σιωπηλό.
«Δε θα αργήσει ο πατέρας σας», είπε η κυρία Κράτσιτ.
«Έχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», είπε κάποιο από τα παιδιά. «Τούτες τις μέρες βαδίζει πιο αργά»
«Αχ!» αναστέναξε ένα άλλο. «Όταν κουβαλούσε τον Τιμ στους ώμους ερχόταν τρεχάτος για το σπίτι»
     Εκείνη τη στιγμή ο Μπὸμπ Κράτσιτ μπήκε στο σπίτι. Είχε τα μάτια κατακόκκινα σαν να είχε κλάψει. Χαιρέτησε όμως τρυφερά ένα-ένα τα παιδιά του. Έπειτα είπε:
«Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το μικρούλη μας τον Τιμ, έτσι; Η ανάμνηση της υπομονής και της ευγένειάς του θα μας κρατήσει για πάντα ενωμένους!»
«Ναι! Ναι!» φώναξαν τα παιδιά.
«Ε, τότε, με κάνετε να νιώθω ευτυχισμένος», απάντησε ο Μπὸμπ «πολύ ευτυχισμένος!»
     Αγκαλιάστηκαν όλοι. Και δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Σκρουτζ.
«Πνεύμα», είπε ο Σκρουτζ, «σε λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; Θα ήθελα να δω και τη δική μου πορεία στο μέλλον»
     Ξαναβγήκαν στο δρόμο και προχωρώντας, βρέθηκαν έξω από το γραφείο του Σκρουτζ. Το Πνεύμα δεν είχε πρόθεση να σταματήσει. Το μακρύ του δάχτυλο έδειχνε εμπρός.
«Σε παρακαλώ, άφησε με μία στιγμή να δω πώς θα είμαι στο μέλλον», ικέτευσε ο Σκρουτζ.
     Το Πνεύμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ο Σκρουτζ κοίταξε από το παράθυρο. Αναγνώρισε το γραφείο του, αλλά η επίπλωση δεν ήταν πλέον η δική του και ο άνθρωπος που καθόταν στην πολυθρόνα δεν ήταν ο Σκρουτζ! Το Πνεύμα, αμίλητο πάντα, προχώρησε. Ο Σκρούτζ ακολούθησε τα βήματά του.
Μετά από λίγο έφτασαν σε μία καγκελόπορτα. Ο Σκρουτζ γούρλωσε τα μάτια. Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός από έναν τάφο. Ο Σκρουτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομα του:
«ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ»
«Μα τότε, στο χρηματιστήριο θα πρέπει να μιλούσαν για μένα», κλαψούρισε, «και οι κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, το δικό μου σπίτι!»
«Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;»
     Πάνω στην αγωνία του ο Σκρουτζ αγκάλιασε το Πνεύμα από τη μέση. Αλλά η κάπα ήταν άδεια -το Πνεύμα έγινε ατμός- και ο Σκρουτζ αγκάλιαζε στην πραγματικότητα το κάγκελο του κρεβατιού του! Ναι, του δικού του κρεβατιού! Βρισκόταν πάλι στην κρεβατοκάμαρά του. Ανακουφισμένος από την αγωνία, κλαίγοντας και γελώντας, έτρεξε να αγγίξει τις κουρτίνες. Ήταν εκεί, στη συνηθισμένη τους θέση. Βάλθηκε να χοροπηδά σ᾿ όλο το σπίτι γεμάτος ευτυχία. Όλα ήταν στη θέση τους! Τίποτα δεν είχε αλλάξει! Και τη μεγάλη του χαρά διέκοψαν μόνο οι καμπάνες των εκκλησιών, που χτυπούσαν χαρούμενες σ᾿ όλη την πόλη.

Το Ευτυχισμένο Τέλος

     Ο Σκρουτζ έτρεξε κι άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος έλαμπε. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά το πρωινό ευχάριστο.
«Τι μέρα είναι σήμερα;», ρώτησε ένα αγόρι που περνούσε απέξω.
«Σήμερα;», απόρησε παραξενεμένο το παιδί. «Σήμερα έχουμε Χριστούγεννα!»
«Α τότε, δεν τα έχασα», φώναξε ο Σκρουτζ. «Τα πνεύματα έκαναν τη δουλειά τους μέσα σε μία μόνο νύχτα!»
«Αγόρι μου», ξαναείπε στο παιδί. «Τρέξε, σε παρακαλώ, στο χασάπη και πες του να μου φέρει τη μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θα σου χαρίσω ένα σελίνι, ίσως και τρία, αν επιστρέψεις μέσα σε πέντε λεπτά»
     Το παιδί δε δίστασε στιγμή. Έτρεξε γρήγορα και ξαναγύρισε λαχανιασμένο, παρέα με τον κρεοπώλη, που κουβαλούσε μία τεράστια γαλοπούλα.
«Θα τη στείλω στον Μπὸμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ο Σκρουτζ, «χωρίς να μάθει ποιος του τη δώρισε»
     Το πουλί ήταν τόσο βαρύ, ώστε ο Σκρουτζ αναγκάστηκε να καλέσει ένα αμάξι για να το μεταφέρει ως το σπίτι του κλητήρα του. Ο Σκρουτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε το αγοράκι, το χασάπη και τον αμαξά. Ένιωθε υπέροχα. Ο Σκρουτζ έκανε το μπάνιο του, φόρεσε ένα καθαρό κοστούμι και βγήκε περίπατο. Βάδιζε με τα χέρια σταυρωμένα στη ράχη, παρατηρώντας τους περαστικούς. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Μερικοί του ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Ο Σκρουτζ ομολόγησε ότι ποτέ δεν είχε ξανακούσει πιο ευχάριστα λόγια.
Στο δρόμο συνάντησε έναν από τους δύο κυρίους που την προηγουμένη τον είχαν επισκεφθεί για να του ζητήσουν τη βοήθειά του για τους φτωχούς.
«Καλέ μου κύριε», του φώναξε «πώς είστε;»
     Κι όταν ο άνθρωπος πλησίασε, ο Σκρουτζ του ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Εκείνος τον κοίταξε κατάπληκτος.
«Μιλάτε σοβαρά, κύριε Σκρουτζ;» φώναξε. «Μα είστε πολύ γενναιόδωρος!»
«Μη με ευχαριστείτε», του απάντησε ο Σκρουτζ. «Κάντε μόνο τον κόπο να περάσετε μία από αυτές τις μέρες, όσο το δυνατόν πιο σύντομα, από το γραφείο μου. Θα είναι δική μου η ευχαρίστηση!»
     Στο τέλος, ο Σκρουτζ κατέληξε εμπρός στο σπίτι του ανιψιού του. Δίστασε για λίγο στο κεφαλόσκαλο. Αλλά μετά πήρε την απόφαση και χτύπησε το κουδούνι. Η υπηρέτρια του άνοιξε την πόρτα.
«Το αφεντικό σου είναι μέσα;» τη ρώτησε.
«Μάλιστα, κύριε. Περάστε. Κάθεται ήδη με τη σύζυγό του και τους καλεσμένους στο τραπέζι. Θα σας δείξω…»
«Δε χρειάζεται, καλή μου», της απάντησε ο Σκρουτζ. «Γνωρίζω πολύ καλά αυτό το σπιτάκι»
     Άνοιξε σιγανά την πόρτα της τραπεζαρίας και έχωσε το κεφάλι μέσα.
«Φρεντ», ρώτησε, «μπορώ να περάσω;»
«Ποιος είναι;» ρώτησε έκπληκτος ο ανιψιός του Σκρουτζ γυρνώντας το κεφάλι του.
«Ο θείος σου, ο Σκρουτζ», του απάντησε. «Ήρθα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι που με κάλεσες!»
     Ο Φρεντ και η γυναίκα του χάρηκαύθησαν μουσική και χορός. Έπαιξαν διάφορα διασκεδαστικά παιχνίδια και φυσικά παντομίμα. Αλλά το καλύτερο απ΄ όλα ήταν εκείνη η ξέφρενη χαρά που ένιωθε μέσα του ο Σκρουτζ.
Την επομένη, ο Σκρουτζ πήγε πολύ νωρίς στο γραφείο. Ήθελε να κάνει έκπληξη στον κλητήρα του, που ήξερε ότι θα αργούσε να φανεί στη δουλειά. Και πράγματι, ο Μπομπ Κράτσιτ ήρθε λίγο πριν από τις δέκα. Κάθισε αθόρυβα στη θέση του, με την ελπίδα ότι ο Σκρουτζ δε θα έπαιρνε είδηση την καθυστέρησή του.ν πολύ που τελικά ο Σκρουτζ αποφάσισε να τους κάνει την τιμή. Και η γιορτή εξελίχτηκε θαυμάσια. Το γεύμα ήταν νοστιμότατο. Ακολο
«Ααα!» γκρίνιαξε τότε ο Σκρουτζ προσπαθώντας να μιμηθεί το γνωστό κακότροπο ύφος του. «Τι σημαίνει πάλι αυτό;»
«Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ο Μπομπ Κράτσιτ, «δεν πρόκειται να ξαναργήσω»
«Και πώς μπορείς να δίνεις τέτοιες υποσχέσεις;» του είπε μουτρωμένος ο Σκρουτζ.
     Ο Μπομπ άρχισε να τρέμει. Φοβήθηκε την απόλυση.
«Πάντως, για τούτη τη φορά…» συνέχισε ο Σκρουτζ «νομίζω ότι πρέπει να σου… αυξήσω το μισθό σου!»
     Κατάπληκτος ο Μπομπ σκέφτηκε να τρέξει για βοήθεια. Νόμισε ότι ο εργοδότης του τρελάθηκε!
«Καλά Χριστούγεννα, αγόρι μου», του είπε τότε ήρεμος και χαμογελαστός ο Σκρουτζ, με τρόπο τόσο ειλικρινή, ώστε τελικά τον έπεισε ότι τα είχε τετρακόσια.
«Και όχι μόνο θα σου κάνω αύξηση, αλλά θα βοηθήσω και την οικογένεια σου. Πήγαινε, όμως, πρώτα σε παρακαλώ, να αγοράσεις κι άλλα κάρβουνα, θα ζεσταθούμε καλά κι έπειτα καθισμένοι δίπλα στη φωτιά θα συζητήσουμε όλες τις λεπτομέρειες»
     Ο Σκρουτζ κράτησε το λόγο του. Και σύντομα ο μικρός Τιμ ξεπέρασε την αρρώστια, απέκτησε δυνάμεις κι έγινε ένα γελαστό και όμορφο αγόρι, που ο Σκρουτζ το φρόντιζε σαν να ήταν δικό του παιδί. Ο πρώην τσιγκούνης έγινε πολύ γενναιόδωρος κι ήταν πάντα ευγενικός με όλους. Μερικοί, βέβαια, τον κορόιδεψαν για τη μεταβολή του χαρακτήρα του. Αλλά ο Σκρουτζ δεν ενοχλήθηκε γιατί, όπως είπε πολύ σοφά:
«Καλύτερα να σε περιγελούν παρά να σε περιφρονούν!»
     Ο Σκρουτζ δεν ξαναείδε τα πνεύματα. Αλλά από εκείνη την ημέρα, όπως λένε, δεν υπήρχε άνθρωπος που να γιορτάζει καλύτερα τα Χριστούγεννα από τον Εμπενέζερ Σκρουτζ.
Τσαρλς Ντίκενς (Charles Dickens)
εκδόσεις άγκυρα