Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Φιλία



Η Δύναμη της Φιλίας
       άποτε, στην όχθη μιας λίμνης ζούσε ένα μικρό Γεράκι. Στην απέναντι όχθη ζούσε μια Γερακίνα, ενώ γύρω από τη λίμνη είχαν επίσης τη φωλιά τους ένα Μεγάλος Αητός κι ένα Λιοντάρι. Στη μέση της λίμνης υπήρχε ένα μικρό νησί. Εκεί έμενε μια Νεροχελώνα.
Μια μέρα το μικρό Γεράκι πέταξε μέχρι τη φωλιά της Γερακίνας και τη ζήτησε σε γάμο.
-         Έχεις φίλους; Το ρώτησε εκείνη.
-         Όχι, δεσποινίς, απάντησε διστακτικά το Γεράκι.
-         Μα πρέπει να έχουμε φίλους, του είπε εκείνη. Δε μπορούμε να ζούμε μόνοι μας. Έχουμε ανάγκη από συντροφιά και συμπαράσταση στη ζωή μας. Σε παρακαλώ πολύ να βρεις φίλους.
-         Μα με ποιον θα μπορούσα να γίνω φίλος; ρώτησε το Γεράκι.
-         Χμ! Τι θα έλεγες να γίνεις φίλος με τον Αητό και το Λιοντάρι, που είναι γείτονές μας. Ακόμα και με τη Νεροχελώνα, που ζει στο νησί.

Το μικρό Γεράκι ακολούθησε τη συμβουλή της Γερακίνας, πήγε και βρήκε τα άλλα ζώα και ζήτησε τη φιλία τους. Εκείνα δέχτηκαν με χαρά την πρότασή του, μια κι εκείνα ένιωθαν μοναξιά. Έτσι έκαναν όλα μαζί μια παρέα με σταθερή φιλία, δίνοντας την υπόσχεση να προστατεύουν ο ένας τον άλλο.
Σε λίγο καιρό η Γερακίνα γέννησε δυο αυγά απ’ όπου βγήκαν δύο γερακόπουλα.

Μια μέρα μερικοί άνθρωποι από το κοντινό χωριό πήγαν στο δάσος να κυνηγήσουν. Έψαχναν όλη την ημέρα χωρίς να καταφέρουν να πιάσουν τίποτα. Τότε κατέβηκαν στη λίμνη να ψαρέψουν. Στάθηκαν κοντά στο δέντρο όπου είχε τη φωλιά του το Γεράκι και άναψαν φωτιά να ζεσταθούν. Ο καπνός της φωτιάς έφτασε μέχρι τα πουλάκια που, μη μπορώντας να αναπνεύσουν καλά, έβγαλαν μια κραυγή. Οι άνθρωποι τα άκουσαν και σκέφτηκαν να τα φάνε. Άρχισαν λοιπόν να ρίχνουν κι άλλα ξύλα στη φωτιά για να τη δυναμώσουν και να ψήσουν τα γερακόπουλα.
Η Γερακίνα, που έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά, κατάλαβε τι συνέβαινε κι έτρεξε να βρει τον άντρα της.
-         Πήγαινε γρήγορα να βρεις το Μεγάλο Αητό, του είπε. Κινδυνεύουν τα παιδιά μας!
 Κι όση ώρα έκανε το Γεράκι να πάει να φέρει τον Αητό, εκείνη πετούσε γύρω από τους ανθρώπους προσπαθώντας να τους αποσπάσει την προσοχή και να τους καθυστερήσει.
Ο Μεγάλος Αητός έφτασε γρήγορα. εκείνη τη στιγμή ένας από τους ανθρώπους ανέβαινε στο δέντρο να πάρει τα μικρά από τη φωλιά ενώ οι υπόλοιποι εμπόδιζαν τη Γερακίνα να του επιτεθεί. Τότε ο Αητός έπεσε στη λίμνη, έβρεξε τα πλατιά φτερά του, τίναξε τα νερά πάνω από τη φωτιά και την έσβησε!
Ο άνθρωπος που είχε ανέβει στο δέντρο άφησε τα πουλιά στη φωλιά και κατέβηκε να βοηθήσει τους συντρόφους του να μαζέψουν ξύλα για να ανάψουν άλλη φωτιά. Όμως ο Αητός την έσβησε κι αυτή βουτώντας στη λίμνη και τινάζοντας νερό από τα φτερά του πάνω της. Και πάλι οι άνθρωποι άναψαν καινούργια φωτιά, και πάλι την έσβησε ο Αητός, κι αυτό συνεχίστηκε για ώρες πολλές, ώσπου ο Αητός κουράστηκε. Δε σκέφτηκε όμως ούτε στιγμή να σταματήσει. Τότε η Γερακίνα είπε στον άντρα της:
-         Άντρα μου, ο Αητός εξαντλήθηκε από την προσπάθεια. Πήγαινε γρήγορα και φώναξε τη Νεροχελώνα 
Κι όση ώρα έκανε το Γεράκι να πάει να φέρει τη Νεροχελώνα, εκείνη πετούσε γύρω από τους ανθρώπους προσπαθώντας να τους αποσπάσει την προσοχή και να τους καθυστερήσει.
Η Νεροχελώνα ήρθε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μάζεψε λάσπη, την έριξε στη φωτιά και την έσβησε. Τότε ένας από τους ανθρώπους κατάφερε να την πιάσει.
-         Ας μαγειρέψουμε τη Νεροχελώνα!  Είπε στους άλλους. Είναι αρκετή για να χορτάσουμε όλοι!  
Αλλά όταν την έδεσαν με ένα σχοινί η Νεροχελώνα τους τράβηξε και τους έριξε στο νερό. Οι άνθρωποι βγήκαν από τη λίμνη στάζοντας και τουρτουρίζοντας. Επειδή είχε πια νυχτώσει, άναψαν μια φωτιά για να στεγνώσουν και περίμεναν να ξημερώσει. Τότε η Γερακίνα είπε στον άντρα της:
-         Άντρα μου, μόλις χαράξει και θα μπορούν να βλέπουν, αυτοί οι άνθρωποι θα πάρουν τα μικρά μας για να τα ψήσουν. Πήγαινε λοιπόν στο Λιοντάρι, όσο είναι καιρός, και ζήτα τη βοήθειά του.
Το Γεράκι έτρεξε στο Λιοντάρι, που κοιμόταν στη φωλιά του, και το ξύπνησε. 
-         Τι σ’ έπιασε κι ήρθες τέτοια ώρα; Βρυχήθηκε το Λιοντάρι ενοχλημένο, ανοίγοντας μόνο το ένα του μάτι!

Μόλις όμως άκουσε πως οι φίλοι του κινδυνεύουν ξύπνησε για τα καλά. Σηκώθηκε, τίναξε τη χαίτη του και είπε στο Γεράκι:
-         Πήγαινε γρήγορα στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου και πες τους να μην ανησυχούν.
 Το Γεράκι έκανε ό,τι του είπε το Λιοντάρι. Μετά από λίγο, στο φως τους φεγγαριού, τα Γεράκια, ο Αητός και η Νεροχελώνα διέκριναν τη σιλουέτα του Λιονταριού να πλησιάζει αθόρυβα την ομάδα των ανθρώπων. Ένα φοβερό μουγκρητό έκανε να τρανταχτεί η γη και ν’ αντιλαλήσει ο τόπος. Οι άνθρωποι πετάχτηκαν κατατρομαγμένοι κι έτρεξαν να κρυφτούν μακριά, μέσα στο δάσος. τότε τα άλλα ζώα μαζεύτηκαν γύρω από το Λιοντάρι πανηγυρίζοντας τη σωτηρία των γερακόπουλων. Η Γερακίνα και το Γεράκι ευχαρίστησαν τους φίλους τους που έτρεξαν πρόθυμα να τους βοηθήσουν στον κίνδυνο.
Τα ζώα συνέχισαν τη φιλία τους σε όλη τους τη ζωή. Όσο για τους ανθρώπους, κανείς απ’ αυτούς δεν τόλμησε να ξαναπλησιάσει τις όχθες της λίμνης!

 

Μετάφραση, διασκευή Άννα Αλιφραγκή.
Πηγή: A collection of Eastern Stories and Legends for Narration or Later Reading in Schools, selected and adapted by Marie L. Shedlock, 1910, London:  Routledge & Sons Ltd.(Ανασύρθηκε απόhttp://www.archive.org/stream/collectionofeast00shed/collectionofeast00shed_djvu.txt)




Το παραμύθι της φιλίας
Μια φορά κι έναν καιρό, σε χρόνια χαλεπά και ερμαφρόδιτα, 
γεννήθηκε ένα καστανό κοριτσάκι που το λέγανε Φιλία. 
Κι ήταν φρέσκια και αδοκίμαστη. Ο μπαμπάς και η μαμά του πολύ χάρηκαν 
που απέκτησαν μια κοπελίτσα με φωτεινά μάτια και λακάκια στα μάγουλα. 
Το έβγαζαν λοιπόν βόλτα, το πήγαιναν στις εκθέσεις βιβλίου, το τάιζαν 
σουβλάκια με πίτα από τον «Θανάση» και ο ήλιος ζέσταινε ακόμα 
και τις πιο παγωμένες μέρες. 
Η Φιλία μεγάλωνε κι έβγαζε ρίζες και κλαδάκια, 
κι είχε όμορφα χέρια με μακριά δάχτυλα 
και ένα κληρονομικό ταλέντο στην αγάπη και την τρυφερότητα. 
Κι είχε μεγάλες φιλοδοξίες η Φιλία, ήθελε να γίνει καλλιτέχνης, 
να βγει στο τσίρκο Medrano, να κάνει τους ανθρώπους να γελούν, 
να είναι ευτυχισμένοι. 
Καθημερινά λοιπόν έκανε προπόνηση, πήγαινε στο γυμναστήριο της «Καλής Χαράς» 
κι έτρεχε στους διαδρόμους της ελπίδας, σήκωνε τα βάρη της ζωής, ίδρωνε, ξείδρωνε, 
αλλά κρατούσε την φόρμα της και δεν άφηνε την μιζέρια να συσσωρεύεται στην ψυχή της. 
Όλοι είχαν να λένε για τα ακροβατικά της γέλια και για τις κωλοτούμπες του χαμόγελου. 
Και ο αρχικλόουν του τσίρκου την περίμενε να μεγαλώσει πως και πως 
για να την πάρει μαζί του στις περιοδείες. Η μαμά κι ο μπαμπάς φούσκωναν από περηφάνια 
και κάθε βράδυ της διάβαζαν ποίηση και της υπόσχονταν 
ότι οι ηλιόλουστες μέρες θα κράταγαν για πάντα. 
Ομως, όπως σε όλα τα αξιοπρεπή παραμύθια, τα καλά πράγματα κρατάνε λίγο. 
Ο μπαμπάς και η μαμά άρχισαν να τσακώνονται, 
να φωνάζουν ο ένας στον άλλο,να κρατάνε μούτρα. 
Και η Φιλία τρόμαζε, άνοιγε τα μεγάλα της μάτια γεμάτα απορία και πήγαινε 
και κρυβόταν στις σκοτεινές μεριές του σπιτιού. 
Μαζί της κρύβονταν και τα χαμόγελα της λιακάδας 
και τα πολύχρωμα χαρτάκια της καλημέρας 
και τα ασπρόμαυρα φωτογραφικά φιλμάκια. 
Κι έμενε το σπίτι χωρίς τις αστραπές του φλας. 
Ο μπαμπάς και η μαμά είχαν φαίνεται πολύ σοβαρές 
διαφορές μεταξύ τους και στην ιστορία 
μπήκε ξαφνικά κι ένα άλλο πρόσωπο φάντασμα που στοίχειωνε το σπίτι 
και που το έλεγαν ο Φαύλος Κύκλος της λαγνείας. Αυτός ο Φαύλος Κύκλος 
λοιπόν πολύ την φόβιζε την Φιλία, γιατί πάντα ήταν παρών στους καβγάδες 
αλλά εκείνη δεν τον είχε δει ποτέ της. 
Και σταμάτησε η Φιλία να πηγαίνει στο γυμναστήριο, ξέχασε πως γίνονταν 
τα εναέρια κόλπα της ξενοιασιάς, λησμόνησε τις φώκιες που πλατσούριζαν 
στην μπανιέρα της ατάιστες κι εκείνες ψόφησαν, κι όταν μια μέρα πήγε 
στο τσίρκο να κάνει πρόβα σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στην αρένα της διασκέδασης 
και ο αρχικλόουν την έδιωξε με τις κλωτσιές.
                                                                                       Μάρω

















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου