Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Ο καλικάντζαρος που έχασε το δρόμο


Το Αρνί και ο Λύκος με τη Φλογέρα Αισώπου

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ & ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Οι δώδεκα μήνες - Λαϊκό παραμύθι


"Twelve Months" by M. Pichugina 
Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδέ κάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό. 

Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν: 
 Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.
  Το πίστεψεν η αρχόντισσα και, όταν ήρθε η μέρα για να ζυμώσει πάλι, δεν την άφησε τη φτωχιά να φύγει με άνιφτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά καλά, για ν’ απομείνει η τύχη μέσ’ στο σπίτι της. Κι η φτωχιά ήρθε στο σπίτι της με τα δάκρυα στα μάτια.
  Τα παιδιά της, άμα την είδαν και δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ’ άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της και μέρωσε και είπε στα παιδιά της: 

 Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.
  Και πήγε από πόρτα σε πόρτα και τρόμαξε να βρει να της δώσουν ένα ξερογώνιαδο και το μούσκεψε καλά καλά με το νερό και το μοίρασε στα παιδιά της, κι αφού φάγανε, τα έβαλε και πλαγιάσανε και κοιμηθήκανε. Κι αυτή απάνω στα μεσάνυχτα παίρνει τα μάτια της και φεύγει, για να μην ιδεί τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα.
  Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει σ’ ένα ψήλωμα ένα φέξος και πήγαινε πάνω σ’ αυτό. Κι όταν πήγε κοντά, είδε πως ήταν τέντα και στη μέση της τέντας κρεμότανε ένας μεγάλος πολυέλαιος με λαμπάδες και αποκάτω από τον πολυέλαιο κρεμότανε ένα πράγμα στρογγυλό σαν τόπι. Μπήκε μέσα στην τέντα εκείνη, κι είδε και καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε για μιαν υπόθεση πώς πρέπει να την κάμουν.
  Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπασμα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια κι είχαν τα στήθια τους ανοιχτά και στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από τα δέντρα.
  Παρακάτω από αυτά τα παλληκάρια καθότανε άλλα τρία κι ήταν ανασκουμπωμένα ώς τους αγκώνες και χωρίς επανωφόρι και βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά.
  Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι.
  Παρακάτω καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια παραμαζωμένα και φορούσαν από μια γούνα μακριά από το λαιμό ώς κάτω από τα γόνατα.

  Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:
 Καλώς τη θείτσα, κάθησε.
  Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθησε. Κι αφού κάθησε τη ρωτήσανε πώς ήταν και πήγε σε κείνα τα μέρη. Κι η καημένη η χήρα αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της κι επειδή τα παλληκάρια καταλάβανε πως πεινά η φτωχιά, σηκώθηκεν ένας από εκείνους που φορούσαν τις γούνες και της έβαλε τραπέζι κι έφαγε· κι είδε πως ήταν κουτσός.
  Αφού έφαγεν η γυναίκα και χόρτασε, αρχίσανε τα παλληκάρια να τη ρωτούν για λογής λογής πράματα της χώρας κι η γυναίκα αποκρινότανε ό,τι ήξερε. Στα υστερινά τής λένε τα τρία παλληκάρια, που είχαν τα στήθια τους ανοιχτά:
 

 Ε, θείτσα, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
 — Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκεν η χήρα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσκοβολάδα, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αρχίζουν και κελαηδούν όλα τα πουλιά. Βλέπουν οι ζευγίτες τα χωράφια τους πράσινα και χαίρεται η καρδιά τους κι ετοιμάζουν τις αποθήκες τους. Ώστε δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε για το Μάρτ’ Απρίλη και Μάη, γιατί ρίχνει ο Θεός φωτιά και μας καίει για την αχαριστιά μας.
  Ύστερα της είπαν και τα άλλα τρία τα παλληκάρια, που ήταν ανασκουμπωμένα και βαστούσαν στάχυα:
 Εμ, ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος πώς σας φαίνονται;
  Κι η φτωχιά αποκρίθηκε:

  – Και γι’ αυτούς τους μήνες δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε, γιατί με τη ζέστα που κάνουν, ωριμάζουν τα γεννήματα και όλα τα οπωρικά. Τότε θερίζουν οι ζευγίτες τα σπαρτά τους κι οι περιβολαρέοι συμμαζεύουν τα οπωρικά τους. Και μάλιστα οι φτωχοί πολύ είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτούς τους μήνες, γιατί δεν χρειάζονται πολλά και ακριβά ρούχα.
  Ύστερα τη ρωτήσανε τ’ άλλα τα τρία τα παλληκάρια, που βαστούσαν τα σταφύλια:

  Με τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη πώς τα πάτε; Αυτούς τους μήνες, αποκρίθηκεν η γυναίκα, μαζεύουν οι άνθρωποι τα σταφύλια και τα κάνουν κρασί. Κι αλλιώς έχουν αυτό το καλό που δίνουν είδηση πως έρχεται ο χειμώνας και φροντίζουν οι άνθρωποι για ξύλα, για κάρβουνα και για βαριά φορέματα, για να ζεσταίνονται.
  Ύστερα τη ρωτήσανε και τα παλληκάρια, που είχαν τις γούνες:

 Eμ, με τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη πώς περνάτε; A! αυτοί οι μήνες πολύ μας αγαπούν, είπεν η φτωχιά, κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Mα θα ρωτήσετε γιατί; Nά γιατί! επειδή οι άνθρωποι είναι φυσικά αχόρταγοι και θέλουν να δουλεύουν χρονικίς, για να κερδαίνουν πολλά, έρχονται αυτοί οι μήνες του χειμώνα και μας περιμαζώνουν τριγύρω στη γωνιά και μας ξεκουράζουν απ’ τις δουλειές του καλοκαιριού. Τους αγαπούν κι οι άνθρωποι, γιατί με τις βροχές τους και με τα χιόνια τους μεγαλώνουν όλα τα σπαρτά και όλα τα χορτάρια. Ώστε, παιδιά μου, όλ’ οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά, που τον πρόσταξεν ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί.
  Τότε τα έντεκα τα παλληκάρια γνέψανε στον πρώτο από κείνους που βαστούσαν τα σταφύλια και βγήκεν όξω και σε λίγο ήρθε πάλι μέσα και βαστούσε στα χέρια του μια λαγήνα ταπωμένη και την έδωκε στη γυναίκα και της είπαν:
 Άιντε τώρα θείτσα, πάρε αυτήν τη λαγήνα και πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις τα παιδιά σου.
  Φορτώθηκε τη λαγήνα η γυναίκα με τη χαρά και είπε στα παλληκάρια:
 Πολλά τα έτη σας, παιδιά μου.
 Ώρα καλή σου, θείτσα, της αποκρίθηκαν κι έφυγε.
  Και ίσια ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της κι ηύρε τα παιδιά της ακόμα και κοιμόντανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη λαγήνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.
  Αφού έφεξε καλά, πήγε στο φούρνο της αγοράς κι αγόρασε πεντ’ έξι ψωμιά και καμιάν οκά τυρί και ξύπνησε τα παιδιά της, τα ένιψε, τα συγύρισε, τα ’βαλε κι είπαν την προσευχή τους κι ύστερα τους έδωσε ψωμί και τυρί και φάγανε τα καημένα και χορτάσανε καλά.
  Ύστερα αγόρασε ένα κιλό σιτάρι και το πήγε στο μύλο και το άλεσε, το ζύμωσε και πήγε τα ψωμιά στο φούρνο και ψηθήκανε.
  Και την ώρα που γύριζε απ’ το φούρνο με την πινακωτή τα ψωμιά στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι της, την είδεν η αρχόντισσα κι υποψιάστηκε πως κάτι τι της έτυχε κι έτρεξε καταπόδι της, για να μάθει πού ηύρε τ’ αλεύρι και ζύμωσε. Η αγαθή η φτωχιά είπεν όλη την αλήθεια.

  Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια.
  Τη νύχτα λοιπόν, αφού αποκοίμισε τον άντρα της και τα παιδιά της, βγήκε από το σπίτι της και πήρε το δρόμο και πάει κι ηύρε την τέντα, που ήτανε οι δώδεκα μήνες, και τους χαιρέτησε. Κι αυτοί της είπαν:
 Καλώς την κοκώνα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;
 Είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.
 Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;
 Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.
 Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;
 Μη χειρότερα, αποκρίνεται.
 Εμ, πώς περνάτε με τους μήνες; ξαναρωτήσανε.
 Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκεν εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και την οργή του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και άλλον τον πιάνει παροξυσμός και άλλος πουντιάζει. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης και μας παγώνουν και γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε όξω και μάλιστα κείνος ο Κουτσοφλέβαρος!… (Τ’ ακούει ο καημένος ο Φλεβάρης). Αμ’ κείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόν’ θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους, ώστε αυτοί καταντούν τον χειμώνα εννιά μήνες. Και δε μπορούμε να βγούμε όξω την Πρωτομαγιά να πιούμε τον καφέ με το γάλα και να κυλιστούμε στα χορτάρια. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα με τη ζέστα που κάνουν. Και μάλιστα απ’ τη ζέστα του Δεκαπενταύγουστου μας πιάνει παροξυσμός και έρχονται κι οι δρίμες και μας χαλνούν τ’ ασπρόρουχα στις απλωστεριές. Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε με τους μήνες (που να μη λαχαίνανε κατάρα) μια ζωή ξεσκισμένη.
  Δεν είπαν τίποτα τα παλληκάρια, μόν’ γνέψανε κείνον, που καθότανε στη μέση κεινών που ήτανε ανασκουμπωμένοι και βαστούσαν στάχυα. Κι αυτός σηκώθηκε κι έφερεν ένα λαγήνι ταπωμένο και το ’δωσε στη γυναίκα και της είπε:
 Πάρε αυτό το λαγήνι, κι όταν θα πας στο σπίτι σου να σφαλιστείς μόν’ μονάχη σ’ ένα δωμάτιο και να τ’ αδειάσεις. Στο δρόμο μην τύχει και τ’ ανοίξεις.
 Όχι, δεν τ’ ανοίγω, είπε και έφυγε η γυναίκα και ήρθε με τη χαρά στο σπίτι, προτού ακόμα ξημερώσει.
  Και σφαλίστηκε σ’ ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε το λαγήνι και το άδειασε. Και τι ν’ αδειάσει; Όλο φίδια! Και χυθήκανε απάνω της και την φάγανε ολοζώντανη. Κι άφησε τα παιδιά της ορφανά, γιατί δεν είναι καλό να κατηγορεί κανείς τον άλλον.  

Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκειά της τη γλώσσα αρχόντυνε και γίνηκε μεγάλη κοκώνα και πρόκοψε και τα παιδιά της. Νά! αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά».

(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου και Σια A.E., 1994) 
Πηγή: http://hamomilaki.blogspot.gr





Πώς προέκυψαν δύο από τα πιο γνωστά πρωτοχρονιάτικα έθιμα


Η βασιλόπιτα. Η πίτα που ετοιμάζεται με τον ερχομό του νέου έτους, η βασιλόπιτα, περιέχει ένα φλουρί -κατά προτίμηση χρυσό- το οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, θα φέρει καλή τύχη σ’ αυτόν που θα το βρει. Κόβεται τα μεσάνυχτα, με τον ερχομό του νέου χρόνου ή ανήμερα την  Πρωτοχρονιά.Τα πρώτα τέσσερα κομμάτια της βασιλόπιτας προορίζονται για το Χριστό, την Παναγία, τον Άγιο Βασίλειο και τον σπιτονοικούρη, ενώ το τελευταίο για τον φτωχό. Τα υπόλοιπα μοιράζονται στα άλλα μέλη της οικογένειας.
Το κόψιμο της βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Στην αρχαιότητα υπήρχε το έθιμο του εορταστικού άρτου, τον οποίο σε μεγάλες αγροτικές γιορτές οι αρχαίοι 'Ελληνες πρόσφεραν στους θεούς. Τέτοιες γιορτές ήταν τα Θαλύσια και τα Θεσμοφόρια. Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κ(Χ)ρόνου, που λατρεύονταν στην Ελλάδα και στα Σατουρνάλια (Saturnalia) της Ρώμης, έφτιαχναν γλυκά και πίττες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι, ήταν ο τυχερός της παρέας...
Στους χριστιανικούς χρόνους, ο Μέγας Βασίλειος, για να προστατεύσει την περιφέρειά του, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, από επιδρομή εξωτερικών εχθρών, έκανε έρανο και μάζεψε χρυσά νομίσματα και άλλα τιμαλφή, για να τα δώσει στους εχθρούς, ώστε να τους δελεάσει και να μην λεηλατήσουν την περιοχή του.

Ο εχθρός, όμως, τελικά, δεν κατόρθωσε να εισβάλει στην Καισάρεια και τα τιμαλφή έμειναν. Τότε, ο Μέγας Βασίλειος είπε να φτιάξουν μικρές πίτες-ψωμάκια, μέσα στις οποίες έβαζαν και ένα χρυσό νόμισμα, ή κάτι άλλο από όλα τα πολύτιμα μικροαντικείμενα που είχαν μαζευτεί. Οι πίτες αυτές μοιράστηκαν σε όλους και ο καθένας κράταγε ό,τι του τύχαινε. Πάρα πολλά έτυχαν στα μικρά παιδιά...
Η βασιλόπιτα, αγιοβασιλιάτικο έθιμο πολλών αιώνων, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την αγάπη και την καλοσύνη αυτού του Άγιου ανθρώπου.
Το διασκεδαστικό με το έθιμο της βασιλόπιτας πλέον, είναι ότι αποτελεί μια μορφή δοκιμασίας της τύχης. Όλοι αγωνιούν να κερδίσουν το φλουρί, γιατί θεωρείται ότι καλή τύχη θα τους συνοδεύει καθ’όλη τη διάρκεια του έτους. 
Το έθιμο του ροδιού. Από τα αρχαία χρόνια το ρόδι θεωρούνταν σύμβολο γονιμότητας, αναγέννησης και ευημερίας. Το έθιμο ξεκίνησε από την Πελοπόννησο και εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα. Την ώρα που αλλάζει ο χρόνος, στην εξώπορτα του σπιτιού ο σπιτινοικοκύρης ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας, που θεωρείται τυχερό, πετάει και σπάει ένα ρόδι και μπαίνει μέσα στο σπίτι με το δεξί, κάνοντας ποδαρικό. Το ρόδι είναι σύμβολο αφθονίας, γονιμότητας και καλής τύχης. Όσο πιο κόκκινα και τραγανά είναι τα σπόρια του, τόσο πιο χαρούμενες και ευλογημένες θα είναι οι μέρες του καινούριου χρόνου. Παραπέμπει σε ευχές για τον πολλαπλασιασμό των αγαθών του σπιτιού.

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Η μαγεία των Χριστουγέννων


Η Ευχή της Άνναμπελ (Χριστουγεννιάτικο παραμύθι)



Η μπουγάδα του Άϊ Βασίλη - Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι



Ο 'Εντι το ελάφι με την μπλέ μύτη





Ο 'Eντι το ελαφάκι καθόταν όλη μέρα σπίτι του. Δεν μπορούσε ούτε να παίξει ούτε να δουλέψει. Ήταν αποθαρρυμένος και ενοχλημένος. Αυτό το θλιμμένο νεαρό ελαφάκι ήταν άνεργο !!! Είχε πολλές συνεντεύξεις για δουλειά αλλά όλες πάντα κατέληγαν με άσχημο τρόπο. Θα πήγαινε αλλά θα έλεγαν «Συγνώμη αλλά δεν προσλαμβάνουμε ελαφάκια σήμερα». Ο 'Eντι έκλαιγε και έλεγε «Μα ποιος είναι ο σκοπός; Η ζωή μου είναι γεμάτη από ελαφίσιες προσβολές». Η μαμά του έλεγε «Δεν έχεις καμία δικαιολογία να κοιμάσαι όλη μέρα σαν τεμπέλικο ελάφι!! Αυτό δεν είναι θέμα διακρίσεων αλλά θέμα αποφασιστικότητας. Κράτα λοιπόν τώρα ψηλά το κεφάλι και τα κέρατά σου, θα βρεις δουλειά, απλά προσπάθησε, προσπάθησε, προσπάθησε!!»

Και τότε έβγαλε την εφημερίδα από το συρτάρι και αφού έριξε μια ματιά άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό διαβάζοντας την παρακάτω αγγελία «Ζητείται ελάφι από τον 'Aγιο Βασίλη». Και αμέσως τηλεφώνησε! Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο αναφώνησε «Ο 'Aγιος Βασίλης ψάχνει 10 ελάφια επειγόντως!! Μου είπαν να πας αύριο στις 8 και να ξεκινήσεις υπάρχει πολύ δουλειά που πρέπει να γίνει και γι αυτό μην αργήσεις!!».

Ο 'Eντι λοιπόν χτένισε τη γούνα του πολύ καλά και γυάλισε ακόμη και τις οπλές του. Κατά τις 7 άρχισε να μαζεύεται πλήθος ελαφιών στο σπίτι του Αϊ Βασίλη, στην οδό Βορείου Πόλου. Ο 'Eντι δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ήταν περιτριγυρισμένος από μικρούς τύπους. Είσαι τάρανδος; Τον ρωτούσαν όλοι «'Oχι, είμαι ελάφι!» απαντούσε περήφανα.

«Είσαι ελάφι ; και τι μπορείς να κάνεις;» ρώτησαν αμέσως. «θα κάνω ότι με θέλει ο Αϊ Βασίλης, ήρθα να δουλέψω για τον Αϊ Βασίλη, η μαμά μου μου διάβασε αυτήν την αγγελία και μου είπε ότι εμείς τα ελάφια είμαστε άκρως απαραίτητα!». «Μα το πρόβλημά σου είναι το μέγεθός σου, η αγγελία ήταν για μας τους μικρούληδες, μην ντραπείς που ήρθες γιατί τα ξωτικά και τα ελάφια ακούγονται το ίδιο! Αλλά και παρόλο που δεν είσαι ξωτικό θα πρέπει να πας και να μιλήσεις ο ίδιος στον Αϊ Βασίλη. Θα σε οδηγήσω εγώ σε αυτόν αμέσως, είμαι ένα από τα ξωτικά του, λέγε με Ρέι» είπε το μικρό ανθρωπάκι και προχώρησε μπροστά δείχνοντας στον 'Eντι τον δρόμο για τον Αϊ Βασίλη.

Και μετά που ο Ρέι ενημέρωσε τον Αϊ Βασίλη για τον 'Eντι, ο Αϊ Βασίλης κρυφογέλασε και είπε «χο, χο, χο. Πες στην μαμά σου ότι πρέπει να φοράει τα γυαλιά της όταν διαβάζει». Μετά τον ανέλαβε ένας τάρανδος και του είπε «μέχρι τότε θα σκεφτώ κάτι. Θα σε έχω στην λίστα με τους τάρανδους, και ίσως μάθεις να υπηρετείς ως αναπληρωματικός τάρανδος. Τώρα αν προσπαθήσεις, σου υπόσχομαι ότι θα μάθεις και να πετάς».

Μα έπεσε τόσες φορές! Κι όμως πολύ σύντομα έμαθε να πετά αρκετά καλά. Αλλά τα ελάφια, βλέπεις, είναι βαρύτερα, με κέρατα σαν κλαδιά δέντρου και έτσι ήταν κάπως αργός σε σύγκριση με την ταχύτητα που αναπτύσσουν οι τάρανδοι. Ναι, ο 'Eντι ήταν λίγο αργός, οι βαριές οπλές του γλιστρούσαν στο χιόνι και μέσα από την σκεπή περνούσε μια οπλή. Ο τάρανδος δεν έδειχνε να νοιάζεται και είπε «Μπράβο, τα πας πολύ καλά, κρατήσου». Αλλά ο 'Eντι σύντομα άρχισε να φοβάται. Δεν μπορείς να μετατρέψεις το ξωτικό σε ελάφι.

Ο Πράνσερ και ο 'Eντι ήταν πολύ χαρούμενοι και έπαιζαν κάθε μέρα. 'Eκαναν εξάσκηση σε απογειώσεις πολύ συχνά, σπινιάρανε και διπλώνανε και τινάζονταν και όσο και αν πετούσαν δεν τους ήταν αρκετό. Πέταξαν όμως και πάρα πολύ και ο 'Eντι πάγωσε, τα αυτιά και το πρόσωπό του, η μύτη του και όλα επανήλθαν εκτός από την μύτη, που παρέμεινε μπλε παγωμένη. Και έγινε θέαμα για όλους αυτή η μπλε μύτη. Ήταν όμως και λαμπερή και αποτελούσε ένα όμορφο αξιόλογο φωτάκι. 'Oποτε ο 'Eντι ανοιγόκλεινε τα μάτια του, η μύτη του φώτιζε τον ουρανό. 'Oλοι οι τάρανδοι ήρθαν να το δουν και χαίρονταν.

'Oταν το είδε και ο Αϊ Βασίλης, προβληματίστηκε με την λάμψη της μύτης του 'Eντι. Είπε στον Αϊ Βασίλη : «Θυμώσατε;» «όχι, χάρηκα» είπε ο Αϊ Βασίλης «Από δω και στο εξής θα είσαι το ελάφι αμέσου ανάγκης! Συγνώμη, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι μερικές φορές χάνουμε την διεύθυνση κάποιου ή ανακαλύπτω μετά την προσγείωση ότι πολλά παιδιά δεν είναι στην πόλη. Και αν έχουν μετακομίσει, ξέρεις κολλάμε και βρισκόμαστε σε άμεση ανάγκη. Γιατί για όποιον μετακομίσει ή είναι σε διακοπές σημαίνει ότι πρέπει να βρεις την νέα του τοποθεσία και να του παραδόσεις το δώρο του. Για όλα αυτά θα σε ενημερώνουμε εμείς έτσι ώστε να μην μένει κανείς παραπονεμένος. Πάντα χρειαζόμασταν κάποιον που να μπορεί να κάνει αυτές τις μεταφορές και τώρα έχουμε εσένα!! Διότι όσο τρέχουμε στο χιόνι και το δικό σου έλκηθρο θα είναι μαζί μας, όμως μόλις εγώ χτυπήσω το μαστίγιό μου δεν μπορώ να σταματήσω παρά μόνο στον επόμενο προορισμό. Οπότε εκεί θα γυρνάς εσύ. Θα καλύπτεις αυτά που χάνουμε, και η υπέροχη λαμπερή μπλε μύτη σου θα σε οδηγεί με ασφάλεια στο χιόνι. Και όσοι στον κόσμο θα βλέπουν αυτό το φως θα ξέρουν ότι είναι ο 'Eντι με την μπλε μύτη».

Και έτσι ο 'Eντι τράβηξε και αυτός έλκηθρο με την βοήθεια του ξωτικού και φίλου του Ρέι και την μπλε μύτη του να αναβοσβήνει στον αέρα. Η μαμά του 'Eντι γέμισε χαρά και περηφάνια, γιατί και δούλευε ο γιος της αλλά και για την δουλειά που έκανε. 'Eτσι κοιτάει κάθε χριστουγεννιάτικη νύχτα έξω να δει κάθε φως που αναβοσβήνει και να το χαιρετήσει. Και σκέφτεται πόσο τυχερή ήταν που βρήκε και διάβασε επίτηδες λάθος την αγγελία. 'Eτσι λοιπόν, να πάτε για ύπνο ήσυχα, όπου και να βρίσκεστε ακόμη και μακριά από το σπίτι , γιατί ο 'Eντι με την μπλε μύτη θα σας βρει και θα σας δώσει το δώρο σας!!

www.christmas.pathfinder.gr

Η μπουγάδα του Αι – Βασίλη

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Merry Madagascar





Τεν Τεν - Η λίμνη με τους καρχαρίες



Lady and the Tramp



Το Κολιμπρί

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, τότε που τα ζώα ακόμα είχαν ανθρώπου λαλιά, τα πουλιά αποφάσισαν να εκλέξουν βασιλιά.
Γιατί να έχουν βασιλιά οι άνθρωποι και τα ζώα κι εμείς όχι;
…σκέφτηκαν και συγκεντρώθηκαν σε ένα ξέφωτο για να αποφασίσουν. 
- Να διαλέξουμε τη Στρουθοκάμηλο που είναι το μεγαλύτερο πουλί!
…ακούστηκε μια φωνή.
- Μα όχι, δεν μπορεί να πετάξει.
…απάντησε κάποιο άλλο.
- Τότε τον Αετό που έχει το πιο διαπεραστικό βλέμμα!
- Οχι, είναι πολύ άσχημος.
- Τον Γύπα που έχει τα πιο δυνατά φτερά!
- Ο Γύπας είναι βρομερός, μυρίζει απαίσια.
- Το Παγόνι που είναι όμορφο!
- Τα πόδια του είναι πολύ άσχημα, το ίδιο και η φωνή του.
- Την Κουκουβάγια που βλέπει στο σκοτάδι!
- Η Κουκουβάγια είναι άχρηστη τη μέρα, δεν αντέχει το φως.
Εφτασε το βράδυ κι ακόμα δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Τότε μια καρακάξα φώναξε:
Να κάνουμε διαγωνισμό! Οποιος μπορέσει να ανεβεί πάνω από τα σύννεφα, θα γίνει βασιλιάς!
-Ναι, ναι!
…τσίριξαν τα υπόλοιπα πουλιά. Δόθηκε λοιπόν το σύνθημα κι όλα μαζί ζυγιάστηκαν ψηλά στον ουρανό. Ο Γύπας πετούσε τρεις ολόκληρες μέρες χωρίς να σταματήσει. Κόντευε να φτάσει τον ήλιο. Στο τέλος της τρίτης μέρας φώναξε δυνατά:
- Πέταξα πιο ψηλά απ’ όλους, είμαι ο βασιλιάς!
“Τσίου-τσίου-τσίου”, άκουσε μια φωνούλα από πάνω του. Σήκωσε το κεφάλι του και τι να δει! Το Κολιμπρί τον είχε ξεπεράσει. Είχε γαντζωθεί χωρίς κανένας να το πάρει μυρωδιά, στο φτερό του Γύπα και δεν είχε πέσει γιατί ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο.
- Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!
…τραγούδησε το Κολιμπρί.
Ο Γύπας πέταξε άλλη μια μέρα, συνεχίζοντας να ανεβαίνει προς τον ήλιο.
- Εφτασα πιο ψηλά απ’ όλους σας, είμαι ο βασιλιάς.
…φώναξε.
- «Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, εγώ είμαι ο βασιλιάς!
…τσίριξε κοροϊδευτικά το Κολιμπρί, ξεπροβάλλοντας μέσα από τα φτερά του Γύπα. Ο Γύπας συνέχισε να πετάει και την πέμπτη μέρα.
- Κανένας δεν μπορεί να ανεβεί πιο ψηλά από μένα! Είμαι ο βασιλιάς!
…φώναξε για άλλη μία φορά.
- Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!
…ακούστηκε και πάλι να φωνάζει το Κολιμπρί πάνω απ’ το κεφάλι του. Ο Γύπας είχε πια κουραστεί και κατέβηκε στη Γη. Ολα τα πουλιά είχαν θυμώσει. Το Κολιμπρί έπρεπε να τιμωρηθεί γιατί τα είχε κοροϊδέψει. Πέταξαν καταπάνω του, κι εκείνο μόλις πρόλαβε να κρυφτεί στη φωλιά ενός ποντικού. Πώς θα το έβγαζαν από εκεί όμως; Κάποιος έπρεπε να παραφυλάξει και να το πιάσει, μόλις θα ξεμύτιζε.
- Η Κουκουβάγια πρέπει να παραφυλάξει! Εχει τα μεγαλύτερα μάτια και βλέπει στο σκοτάδι!
…φώναξαν τα πουλιά. Έτσι, η Κουκουβάγια πήρε θέση μπροστά στην ποντικότρυπα. Ολη τη νύχτα φρουρούσε άγρυπνα τη φωλιά. Ομως γρήγορα ξημέρωσε και ο ζεστός ήλιος σκορπούσε τέτοια θαλπωρή, που η Κουκουβάγια νύσταξε και αποκοιμήθηκε.Το Κολιμπρί κρυφοκοίταξε, είδε ότι η Κουκουβάγια κοιμόταν και φρρρτ, το έσκασε. Όταν τα πουλιά έφτασαν για να τιμωρήσουν το Κολιμπρί, η ποντικότρυπα ήταν άδεια. «Τσίου-τσίου», άκουσαν από ψηλά. Σήκωσαν το κεφάλι τους και είδαν το παμπόνηρο πουλάκι καθισμένο στο ψηλότερο κλαδί. Αυτός που θύμωσε περισσότερο ήταν ο Ασπροκόρακας. Γύρισε την πλάτη του στα πουλιά και έκραξε:
- Δεν είμαστε άξιοι να εκλέξουμε βασιλιά. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ξαναβγάλω λέξη από το στόμα μου.
Και από εκείνη τη μέρα, ο Ασπροκόρακας δεν ξαναμίλησε. Ακόμα και να πληγωθεί, φωνή δεν βγάζει.
Το παραμύθι “Κολιμπρί” είναι από την Μπουρκίνα Φάσο

Το Χριστουγεννοχώρι στις Αρχάνες

Το Χριστουγεννοχώρι στις Αρχάνες - Αναλυτικό πρόγραμμα εκδηλώσεων
Τα Χριστούγεννα έφτασαν και οι Αρχάνες μεταμορφώνονται σε ένα μαγικό χωριό, από την Κυριακή 15/12 μέχρι και Πέμπτη 3/01. Αναλυτικά το πρόγραμμα:
Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012
16:00: «Στολισμός με παρέα, παιδικά χαμόγελα και ζεστές καρδούλες!» - Στολισμός Χριστουγεννιάτικου Δέντρου στην Πλατεία των Αρχανών, με τη συμμετοχή όλων, μικρών & μεγάλων.
18:00: «Στα τραγούδια δε χωρούνε χάσματα των γενεών» - Παρουσίαση Χριστουγεννιάτικων τραγουδιών και μαντινάδων από τα παιδιά του ΚΔΑΠ Αρχανών σε συνεργασία με κατοίκους των Αρχανών τρίτης ηλικίας. Η βραδιά θα κλείσει με κέρασμα και μουσική, παρέα με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Βαθυπέτρου.
Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Πλάθω και  δημιουργώ δικά μου στολίδια» - Δράση κεραμικής, με θέμα τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, με εμψυχώτρια την Θεονύμφη Γενετζάκη (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012
16:00: «Ζυμώνω για τον Άγιο Βασίλη»  - Δράση ζαχαροπλαστικής, ζύμωμα και κέρασμα, με εμψυχώτριες μέλη του Γυναικείου Συνεταιρισμού Αρχανών (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
17:00: «Το πνεύμα των Χριστουγέννων-Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία». – Νεανική Ταινία Κινουμένων Σχεδίων (ΚΑΠΗ Αρχανών)
Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012
16:00: Έκθεση Παραδοσιακών προϊόντων & παζάρι χειροποίητων κατασκευών από τοπικούς εκθέτες (Κτήριο Μαλλιαράκη)
18:00: Ανοιχτή Χριστουγεννιάτικη γιορτή σε δύο μέρη :
Παρουσίαση Θεατρικού «Η Μάγισσα που μισούσε τα Χριστούγεννα» του Ευγένιου Τριβιζά σε διασκευή των Δέσπως Πόλη, Κατερίνας Χάματσου και Μαριάννας Χριστοδούλου.
Παρουσίαση Χριστουγεννιάτικων Τραγουδιών, από τα παιδιά του ΚΔΑΠ Αρχανών.
Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012
16:00: Έκθεση Παραδοσιακών προϊόντων & παζάρι χειροποίητων κατασκευών από τοπικούς εκθέτες (Κτήριο Μαλλιαράκη –πλατεία Αρχανών)
16:30: «Κόβω, ζωγραφίζω, φτιάχνω ευχές»-Δράση χειροτεχνίας, κατασκευές χριστουγεννιάτικων καρτών, με εμψυχωτές από το Σύλλογο Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίου Αρχανών και το ΚΔΑΠ Αρχανών
Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012
16:00:Έκθεση Παραδοσιακών προϊόντων & παζάρι χειροποίητων κατασκευών από τοπικούς εκθέτες (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
16:30: Παζάρι Αγάπης από το 1ο ,2ο & 3ο Νηπιαγωγείο Αρχανών (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
17:00: «Χορεύω με τη Ρενή Παπαδάκη-Πλουμίδου σε Χριστουγεννιάτικους ρυθμούς» Αλληλοδιδακτική χορευτική δράση από τον Πολιτιστικό-Φυσιολατρικό Σύλλογο «Η Χαραυγή» (Κέντρο Νεότητας)
Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012
10:30 – 14:30 & 16:30 -20:30 Επίσκεψη από την Άμαξα των Χριστουγέννων και το Γιορτινό Αλογάκι, στην πλατεία των Αρχανών – Δυνατότητα φωτογράφησης.
16:00: «Γράμμα στον Αϊ Βασίλη», -Δράση με εμψυχώτρια την παιδαγωγό Παρασκευή Κουτσίκου (Κτήριο Μαλλιαράκη – πλατεία Αρχανών)
16:00: Έκθεση παιδικού βιβλίου (Κτήριο Μαλλιαράκη – πλατεία Αρχανών)
17:30-18:30 : «Δύο πόλεις τραγουδούν μαζί Χριστουγεννιάτικα τραγούδια» - Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα, από τις μικτές Χορωδίες των Δήμων Αρχανών Αστερουσίων και Ηρακλείου. Διευθύνουν: Γιάννης Ιδομενέως & Γιάννης Κιαγιαδάκης (γειτονιές Αρχανών γύρω από την πλατεία)
18:00: ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΓΟΝΕΩΝ με θέμα : «Χριστούγεννα σε κρίση» .Εισηγητής : Γιαγκιόζης Δημήτριος, Κλινικός Νευροψυχολόγος – Θα ακολουθήσει συζήτηση με τους γονείς πάνω στο  θέμα (Κέντρο Νεότητας)
(Παράλληλα θα λειτουργήσει δημιουργική απασχόληση παιδιών 4-8 ετών στο χώρο του ΚΔΑΠ, για όσους γονείς επιθυμούν να παρακολουθήσουν το σεμινάριο)
Η βραδιά θα κλείσει, παρέα με το Μουσικό Συγκρότημα «Ακροβάτες», Καλομοιράκης Γιάννης, σε ένα Μουσικοχορευτικό Πρόγραμμα (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012
10:30-14:30 & 16:30-20:30 : Βόλτα με τραίνο στις Αρχάνες
16:00 : «Τυφλόμυγα-Μουσικές Καρέκλες!» -Δράση αναβίωσης παλιών παιδικών παιχνιδιών, για μικρούς και μεγάλους, με εμψυχωτές Γυμναστές του Δήμου Αρχανών-Αστερουσίων (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
18:00 : «Κάλαντα στις γειτονιές» - από το Εργαστήρι Κρητικής Έκφρασης «Αντωνία Παντελάκη» στις γειτονιές των Αρχανών
Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας» - Μουσικο-κινητική Δράση από τοΕργαστήρι Κρητικής Έκφρασης «Αντωνία Παντελάκη» & ακολουθεί Αλληλοδιδακτική Μουσικοχορευτική Δράση (Κτήριο Μαλλιαράκη – πλατεία Αρχανών)
18:00: «Οι μουσικοί της Βρέμης» & 18:30: «Η βασίλισσα των Μελλισών»
Δύο Παραμύθια των Αδελφών Γκρίμ, σε απόδοση της παιδαγωγού Παρασκευής Κούτσικου (κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Παίζω-Ζωγραφίζω-Δημιουργώ για το 2013» - Παρατεταμένη δράση χειροτεχνίας, με εμψυχώτρια την Ελένη Καλοχριστιαννάκη (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Οι βοηθοί του Άγιου Βασίλη» - Δράση κεραμικής, με θέμα τον Άγιο Βασίλη και τους Βοηθούς του, με εμψυχώτρια την Θεονύμφη Γενετζάκη  (Κέντρο Νεότητας)
16:30: «Ζυμώνω για τον Άγιο Βασίλη, τι κι αν μεγάλωσα!» - Δράση Ζαχαροπλαστικής για ενήλικες, με τον Κο Μαλλιαράκη Γιώργο, από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Βαθυπέτρου, παρέα με τον Εμπορικό Σύλλογο (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
18:00: «Πολικό Εξπρές» - Νεανική Περιπέτεια Κινουμένων Σχεδίων (ΚΑΠΗ Αρχανών)
Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012
16:30: «Κατασκευάζω κούκλες με ανακυκλώσιμα υλικά» - Δράση χειροτεχνίας, με εμψυχώτριες από το ΚΔΑΠ Πεζών (Κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
18:00: «Πλάθω με τα χέρια μου Φύλακες-Αγγέλους» - Δράση Κεραμικής, με εμψυχώτριες από το ΚΔΑΠ Πεζών (κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
17:00: «Μαθαίνω Σκάκι» - Αλληλοδιδακτική Δράση εκμάθησης Σκακιού, από το Σκακιστικό Όμιλο Ηρακλείου
17:00: «Επίσκεψη της Μίνι & της Στρουμφίτας στις Αρχάνες» Δυνατότητα φωτογράφισης με Μεγαλοφιγούρες (πλατεία Αρχανών)
Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012
16:00-18:00 : «Χαρτί μου πολύτιμο» , για παιδιά 6-10 ετών
18:00 – 20:00 : «Αλουμίνιο, φίλε μου» , για παιδιά 8 ετών και άνω
Δράσεις Χειροτεχνίας και κατασκευών από χαρτί και αλουμίνιο, με εμψυχώτρια την Αθηνά Χατζηφιντάνη-Σαμαριτάκη (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
20:00 : Κέρασμα για τους μεγάλους, από τον Πολιτστικό-Φυσιολατρικό Σύλλογο «Η Χαραυγή» (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών) Η βραδιά θα κλείσε με λαϊκό πρόγραμμα από τους Γιώργο και Μαρία Κωστάκη και το συγκρότημά τους.
Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012
10:30-14:30 & 16:30-20:30 : Βόλτα με τραίνο στις Αρχάνες
17:00: «Επίσκεψη της Μίνι & της Στρουμφίτας στις Αρχάνες» Δυνατότητα φωτογράφισης με Μεγαλοφιγούρες. (πλατεία Αρχανών)
21:00: Μουσικοχορευτική βραδιά με το σχήμα από το Νυχτερινό Κέντρο «Αναδρομές», με λαϊκό και σύγχρονο πρόγραμμα (κτήριο Μαλλιαράκη-πλατεία Αρχανών)
«Κέρασμα..όπως παλιά» - Τηγανίτες, από τον Πολιτιστικό-Φυσιολατρικό Σύλλογο «Η Χαραυγή» (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)
Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ ΕΟΡΤΩΝ
17:00: «Επίσκεψη της Μίνι & της Στρουμφίτας στις Αρχάνες» Δυνατότητα φωτογράφησης με Μεγαλοφιγούρες. (πλατεία Αρχανών)
17:00: «Μαθαίνω Σκάκι» - Αλληλοδιδακτική Δράση εκμάθησης Σκακιού, από το Σκακιστικό Όμιλο Ηρακλείου (ΚΑΠΗ Αρχανών)
18:30: Παραδοσιακά Ξύλινα Παιχνίδια από όλο τον κόσμο, “Calumba” – Παρουσίαση και δράση από ειδικευμένο προσωπικό (Κέντρο Νεότητας)
20:30: Μουσική Παράσταση με το Ross Daly και τους συνεργάτες του Κέλυ Θωμά, Γιώργο Μανωλάκη. (Κτήριο Μαλλιαράκη, πλατεία Αρχανών)

ΣΤΟ ΚΤΗΡΙΟ ΜΑΛΛΙΑΡΑΚΗ ΘΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΜΟΝΙΜΑ:
Συλλογή τροφίμων μακράς διαρκείας για τη στήριξη του Κοινωνικού Παντοπωλείου του Δήμου Αρχανών-Αστερουσίων.
Πάγκος διάθεσης προϊόντων από το «Χωράφι του δήμου» (Τράπεζα σπόρων του δήμου Αρχανών-Αστερουσίων) για τη στήριξη του)

Ο βασιλιάς των λιονταριών

Οι Συνταξιδιώτες Hans Christian Andersen






Η ωραία κοιμωμένη

το Μαγικό Σπιρτόκουτο Παραμύθι

Το μολυβένιο στρατιωτάκι




Τα ήθη και τα έθιμα των εορτών στην Κρήτη


 Τα ήθη και τα έθιμα των εορτών στην Κρήτη
Στην Κρήτη τα ήθη και τα έθιμα των εορτών των Χριστουγέννων παραμένουν ζωντανά μέσα στο χρόνο, όσο και αν η ζωή έχει αλλάξει. Οι Κρητικοί μένουν πιστοί στις πλούσιες παραδόσεις τους που δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στις γιορτές τους.
“Το Χριστόψωμο”
Το προζύμι και το Χριστόψωμο έχουν ξεχωριστή θέση σε κάθε σπίτι. Το Χριστόψωμο το φτιάχνουν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή. Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, ανταλλάσσοντας ευχές.
“Το σφάξιμο του χοίρου” 
Την προπαραμονή των Χριστουγέννων, την Ημέρα των Αγίων Δέκα, στα χωριά της ανατολικής Κρήτης έσφαζαν τους χοίρους που είχαν ανατραφεί κυρίως με βελανίδια, χουμά και αποφάγια. Από το σφάξιμο του χοίρου δεν πετούσαν τίποτα. Από το κρέας παρασκεύαζαν λουκάνικα, ομαθιές, τσιλαδιά με τη χοιροκεφαλή, απάκια από λουρίδες ψαχνού κρέατος καπνισμένες στο τζάκι, σύγκλινα (κομμάτια κρέας μισοβρασμένα και αποθηκευμένα σε κιούπι) μαζί με τη γλίνα (το λίπος) που τα βοηθούσε να διατηρηθούν πολλούς μήνες τα μαγείρευαν με πατάτες. Το έθιμο αυτό παραμένει ζωντανό μέχρι και σήμερα.
“Η καλή χέρα”
Η «καλή χέρα» παραμένει ένα από τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς όπου συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά. Το έθιμο του ποδαρικού καλά κρατεί, αφού είναι πολλοί αυτοί που ανήμερα της Πρωτοχρονιάς βάζουν στο σπίτι τους μια πέτρα για να είναι γερό, ενώ άλλοι πάλι μεταφέρουν νερό για να τρέχουν τα καλά όλο τον χρόνο σαν το νερό.
Τέλος στο Ηράκλειο υπάρχει και το έθιμο της μπουγάτσας, όπου οι κάτοικοι καταναλώνουν ανήμερα της Πρωτοχρονιάς μεγάλες ποσότητες μπουγάτσας θέλοντας να είναι γλυκιά η πρώτη τους γεύση.